Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Σκυλόπολη


Σκυλόπολη

Αν στο νερό φράξεις τη ροή του, δεν σταματά.
Βρίσκει έναν άλλο δρόμο να συνεχίσει να κυλά.

Πριν λίγα χρόνια προβλήθηκε στους κινηματογράφους η ταινία του Λάρς φον Τρίερ Dogville. Η Γκρέις φθάνει σε μια πόλη αναζητώντας ένα μέρος να μείνει. Οι κάτοικοι σταδιακά την καθιστούν δούλα. Αλλά αυτό δεν αρκεί: την καθιστούν υπεύθυνη για τη δουλεία στην οποία τη ρίχνουν, υπεύθυνη για τις αντιφατικές απαιτήσεις που πρέπει να εκπληρώνει. Απαιτούν φυσικά να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τον χώρο που της παραχωρούν αλλά και για την ηθική διαπαιδαγώγηση που της προσφέρουν. Όλα συμβαίνουν με ευρηματικά μικρά και μεγάλα βασανιστήρια.
Εδώ οι αναλογίες με την ελληνική κοινωνία για τη θέση που επιφυλάσσει στους μετανάστες (πάντα διαφορετικούς –το πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού και η ομογενοποίηση που επιβάλλει αποτελεί ανακρίβεια που συμβατικά επικρατεί) σταματούν.
Κατ’ αρχήν, στην Ελλάδα υπάρχει –ακόμη– ένας δημοκρατικός θεσμός, το άσυλο στα πανεπιστήμια, που επιτρέπει σε αυτούς που δεν έχουν φωνή να αιτηθούν από την κοινωνία να αναστοχαστεί τι κάνει, τι σκέφτεται και πού πάει –στο Dogville δεν υπήρχε άσυλο, όπως εδώ. Τόπος ο οποίος, για παράδειγμα και μόνο, επέτρεψε να ακουστεί η ιστορία της Κούνεβα (ας μην ξεχνάμε το σκοτάδι που επιχείρησαν να επιβάλλουν τα ΜΜΕ).
Αλλά υπάρχει και μία άλλη διαφορά. Στο Dogville δεν υπάρχει μία κυβέρνηση και, κυρίως, ένα σύστημα εξουσίας όπως το δικό μας. Εδώ υπάρχει κυβέρνηση και μάλιστα σε ιδιότυπη συμμαχία. Η κυβέρνηση ψήφισε με το ΛΑΟΣ το Μνημόνιο. Και ξαναβρίσκεται σήμερα με το ΛΑΟΣ από την ίδια πλευρά, ιδεολογικά πλέον, όταν επιχειρεί να καταδείξει ως εσωτερικό εχθρό τους μετανάστες. Φαίνεται να πιστεύει ότι χρησιμοποιώντας κατάλληλα ρατσιστικά και αυταρχικά επιχειρήματα θα κερδίσει χρόνο παραμονής στην εξουσία και συναίνεση.
Στα λόγια κυριαρχεί το ενδιαφέρον για τους μετανάστες και τις άγριες καταστάσεις που ζουν αυτοί και οι Έλληνες σε διάφορες περιοχές της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας. Πρόκειται ωστόσο για προβλήματα που δεν μπορεί, δεν θέλει και δεν ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει.
Τι σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν χωράει άλλους μετανάστες; Ότι μπορεί το κράτος, αν σηκώσει φράχτες να σταματήσει τις μεταναστευτικές ροές; Προφανώς, πρόκειται περί αυταπάτης. Η μόνη άποψη κάτω από την οποία έχει νόημα ο φράχτης είναι μια κακοχωνεμένη κεϋνσιανού τύπου αντίληψη ότι θα τονωθεί η ζήτηση μέσω κρατικής δαπάνης, με την εξυπηρέτηση κάποιων εργολάβων και εταιρειών (Ισραηλινών;) παραγωγής συστημάτων ασφάλειας. Ως προς τη μετανάστευση, απλώς θα ανακατανείμει τα σημεία εισόδου, τον πλούτο σε κυκλώματα δουλεμπόρων και τα σημεία παραγωγής πτωμάτων στα σύνορα της ελληνικής επικράτειας. Τα ναρκοπέδια θα παραμείνουν, όπως και οι τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις και οι ροές μεταναστών προς την Ευρώπη. Μήπως θα κάνει πογκρόμ να μαζέψει τους μετανάστες που υπάρχουν; Πρόκειται περί επικίνδυνης αστειότητας, επειδή, όπως θυμόμαστε, ανασφάλιστους μετανάστες χρειάζονται ακόμη και υπουργοί απασχόλησης...
Η νομιμοποίηση δεν είναι μόνο δίκαιο αίτημα. Αλλά και λύση σε κοινωνικά αδιέξοδα που συσσωρεύονται. Πόσοι μετανάστες με χαρτιά θα θέλουν να μείνουν εγκλωβισμένοι στη σημερινή Ελλάδα; Πόσοι μετανάστες με χαρτιά θα μπορούν να δεχτούν την γενικευμένη ανομία που επικρατεί στην αγορά εργασίας; Πόσα δουλεμπορικά κυκλώματα θα έχουν πελατεία και έσοδα για άλλες δραστηριότητες;
Τι άλλο χρειάζεται; Πολλά. Ένα σημαντικό είναι δημόσιες δράσεις που θα διαλύσουν τα γκέτο που σχηματίζονται. Εδώ το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν και θέλουν. Μάλλον δεν ενδιαφέρει. Δεν ενδιαφέρει η ζωή των εργαζόμενων· τα σπίτια τους και οι γειτονιές τους θα ενδιαφέρουν; Ή, μάλλον, τους ενδιαφέρουν αλλά από άλλη σκοπιά, διαφορετική από τη δική μας. Επειδή η απαξίωση των ακινήτων αποτελεί καύσιμο για τις εταιρείες real estate και επειδή η χωρική συγκέντρωση δραστηριοτήτων καθιστά ευκολότερο τον κοινωνικό έλεγχο.
Αλλά, παραφράζοντας τον Γκαίτε, το Dogville είναι ασθενές και γκρίζο στη σύλληψη της πραγματικότητας σε σχέση με το «πράσινο της εμπειρίας», τον «πλούτο» και την εφευρετικότητα ενός συστήματος εξουσίας που αγωνιά να αναπαραχθεί ακόμη και αν χρησιμοποιεί κυρίως και μονότονα τη μέθοδο του αυταρχισμού και του εκφασισμού της κοινωνικής ζωής.

ΥΓ. Το κείμενο γράφτηκε πριν από την εκκένωση της Νομικής. Tα γεγονότα που μεσολάβησαν επιβάλλουν μία διόρθωση όταν γράφω ότι στον τόπο μας «υπάρχει» ο θεσμός του ασύλου. Μάλλον ο χρόνος που αρμόζει είναι παρελθοντικός: «υπήρχε».

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ, Κυριακή 30/1/2011

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Ισοζύγιο πληρωμών και ερμηνείες της κρίσης

Άρθρο στο περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 114, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011

 

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΗΤΤΑ:

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ή ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ;

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ


Μέρος 1ο

των Σπύρου Λαπατσιώρα και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου


1. Εισαγωγή

Εάν πάρουμε στα σοβαρά τις απόψεις που τείνουν να ηγεμονεύσουν στις αριστερές και λοιπές ετερόδοξες αναλύσεις για την τρέχουσα κρίση και για τη στρατηγική αντιμετώπισης των συνεπειών της, τότε θα πρέπει να ξαναγράψουμε τις φράσεις κλισέ του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κινήματος ως εξής: (α) «ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα της συναλλαγματικής υποτίμησης» και (β) «η ιστορία του καπιταλισμού ως τώρα είναι η ιστορία των πλεονασμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές».
Στην επιχειρηματολογία που θα ακολουθήσει (στα δύο μέρη του άρθρου) επιχειρούμε να συνοψίσουμε τις κυρίαρχες πολιτικές στρατηγικές απέναντι στην κρίση και να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα για μία αριστερή πολιτική. Το κείμενο απευθύνεται και σε αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερες γνώσεις οικονομικής θεωρίας. Γι’ αυτό το λόγο θα είμαστε αρκετά αναλυτικοί όσον αφορά την τεχνική ορολογία και σχηματικοί όσον αφορά τα τεχνικά ζητήματα ώστε να συγκροτηθεί ένα πλαίσιο συζήτησης. Έχει επίσης δύο «φιλοδοξίες»: να μεταφέρει βασικά σημεία της μαρξικής προβληματικής στις σύγχρονες συζητήσεις και ταυτόχρονα να καταδείξει ένα νέο έδαφος τοποθέτησης των ζητημάτων της αριστερής στρατηγικής στις σημερινές συνθήκες.


2. Το βασικό πλαίσιο: σκληρό rock του νεοφιλελευθερισμού
και μία απόπειρα κατανόησής του

Λίγα πράγματα στην κοινωνική έρευνα και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις έχουν αμφισβητηθεί τόσο λίγο όσο ο «υφεσιακός» χαρακτήρας των πολιτικών του ΔΝΤ. Μπορεί, όμως, μία «συνταγή αποτυχίας» να αποτελεί το βασικό πυρήνα των πολιτικών του συλλογικού κεφαλαιοκράτη (του αστικού κράτους, δηλαδή); Η απάντηση είναι απλή: μπορεί, διότι ο καπιταλισμός είναι μία ταξική κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό μία πολιτική ύφεσης είναι τελικά το ζητούμενο για τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την «αρχή», δηλαδή από τα ζητήματα στα οποία πολώνεται η διεθνής συζήτηση: την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωζώνης και τις προοπτικές που ανοίγονται από την υφιστάμενη διαχείριση της κρίσης.[1] Σε αυτή τη συζήτηση ακούμε για τις «ανισορροπίες» στην Ευρώπη, τα «πλεονάσματα της Γερμανίας», τα «ελλείμματα των χωρών της περιφέρειας», την ανάγκη για «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας» κάθε οικονομίας που πλήττεται, δηλαδή για βελτίωση των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές και άλλα πολλά τα οποία θα σχολιάσουμε και στη συνέχεια του κειμένου. Με άλλα λόγια η συζήτηση διεξάγεται πάνω στο έδαφος των εννοιών που αφορούν το ισοζύγιο πληρωμών μίας χώρας και εντάσσεται στη συζήτηση για τις παγκόσμιες ανισορροπίες και την ανάγκη διόρθωσής τους, έτσι ώστε να προκύψει η «πολυπόθητη» βιώσιμη ανάπτυξη.
Στο ισοζύγιο πληρωμών ενός κοινωνικού σχηματισμού καταγράφονται όλες οι συναλλαγές μεταξύ των κατοίκων μιας χώρας και των κατοίκων των υπολοίπων χωρών. Αυτός είναι ο βασικός εγχειριδιακός ορισμός. Οι συναλλαγές αυτές μπορούν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: α) εκείνες που αφορούν εισόδημα: όχι μόνο μεταφορά εισοδήματος (π.χ. κέρδη από επιχειρήσεις στο εξωτερικό ή από εργασία) αλλά και εισπράξεις από πωλήσεις εμπορευμάτων (εισπράξεις από πωλήσεις αγροτικών, βιομηχανικών εμπορευμάτων ή από υπηρεσίες όπως μεταφορές, τουρισμός κλπ.), και β) εκείνες που αφορούν κίνηση κεφαλαίων (δηλαδή, τις διεθνείς συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους ή σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ή σε ακίνητα). Αντίστοιχα, λοιπόν, το ισοζύγιο πληρωμών περιλαμβάνει δύο επιμέρους βασικά ισοζύγια: το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (εισοδήματα) και το ισοζύγιο κίνησης κεφαλαίων.
Για λόγους απλότητας θα υποθέσουμε ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελείται μόνο από συναλλαγές εμπορευμάτων (αγαθών και υπηρεσιών). Με άλλα λόγια υποθέτουμε ότι ταυτίζεται με το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο υπηρεσιών.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό ανάλογα με το αν οι εξαγωγές εμπορευμάτων είναι περισσότερες από τις εισαγωγές ή αντίστροφα. Αν είναι θετικό θα το αναφέρουμε στη συνέχεια ως εμπορικό πλεόνασμα και στην αντίθετη περίπτωση αντίστοιχα ως έλλειμμα. Αυτό που ισχύει είναι ότι το ισοζύγιο κίνησης κεφαλαίων θα έχει αντίστροφο πρόσημο από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Μία απλή ιδέα που εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό, η οποία όμως συχνά αποβαίνει παραπλανητική ως προς τις αιτιακές σχέσεις που δρουν στη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού, είναι ότι όταν οι εισαγωγές είναι λιγότερες από τις εξαγωγές, επομένως έχουμε πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τότε δημιουργούνται εισοδήματα τα οποία επενδύονται σε τίτλους χωρών του εξωτερικού, επομένως έχουμε καθαρή εκροή κεφαλαίων από τη χώρα («καθαρή»: μεγαλύτερη εκροή από εισροή), δηλαδή αρνητικό ισοζύγιο κίνησης κεφαλαίων. Με άλλα λόγια αν το εισόδημα μιας χώρας είναι μεγαλύτερο από τις δαπάνες της (πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο εδώ ταυτίζεται με το εμπορικό πλεόνασμα), τότε διαθέτει ένα εισόδημα που δεν δαπανά και το οποίο κατευθύνεται στην αγορά ξένων περιουσιακών (χρηματοπιστωτικών) τίτλων. Αντίστροφα το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αντιστοιχεί σε δανεισμό, δηλαδή εισροή κεφαλαίων, από το εξωτερικό.
Οι διαφορές που εμφανίζονται μεταξύ του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του ισοζυγίου κίνησης κεφαλαίων εξισορροπούνται από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας (της Κεντρικής Τράπεζας).
Για να προχωρήσουμε θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε κάποιους βασικούς συμβολισμούς. Μία γενική ταυτότητα η οποία προκύπτει από την εξέταση των λογαριασμών του ισοζυγίου πληρωμών είναι η παρακάτω[2]:

Πλεόνασμα Τρεχουσών Συναλλαγών = Πλεόνασμα Ιδιωτών + Πλεόνασμα Δημόσιου Τομέα

To πλεόνασμα των ιδιωτών είναι η διαφορά μεταξύ των εθνικών αποταμιεύσεων (S) και των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα (I). Το πλεόνασμα του δημόσιου τομέα είναι η διαφορά μεταξύ φόρων (Τ) και δημοσιών δαπανών (G). Επομένως η προηγούμενη ταυτότητα, χρησιμοποιώντας το CA για να συμβολίζουμε το πλεόνασμα στις τρέχουσες συναλλαγές, που σύμφωνα με τις υποθέσεις μας ισούται με το εμπορικό πλεόνασμα, γράφεται:

CA = (S-I) + (T-G)

Αν με Χ συμβολίσουμε τις εξαγωγές εμπορευμάτων (αγαθών και υπηρεσιών), και με M τις εισαγωγές, τότε η προηγούμενη ταυτότητα παίρνει τη μορφή:

Χ-Μ = (S-I) + (T-G)

Στις δύο προηγούμενες ταυτότητες παρατηρούμε ότι το πλεονασματικό ισοζύγιο πληρωμών αντιστοιχεί σε πλεονάζοντα κεφάλαια: όσα αντιστοιχούν στα πλεονάζοντα κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, S-I, και σε αυτά του δημόσιου τομέα, T-G, τα οποία επενδύονται σε τίτλους του εξωτερικού.[3] Αντίστοιχα, η ίδια ταυτότητα εκφράζει ότι ένα ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ισούται εκ ταυτότητας με το δανεισμό του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Το τελευταίο μπορούμε να το εκφράσουμε μέσω της ίδιας σχέσης, αρκεί να θεωρούμε ότι το CA εκφράζει το έλλειμμα ως ένα θετικό αριθμό:

CA = (Ι-S) + (G-T)

Το I-S εκφράζει το ιδιωτικό χρέος, που απαιτείται ώστε να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις Ι, των οποίων η αξία είναι μεγαλύτερη της αξίας των αποταμιεύσεων S, και το G-T το δημόσιο χρέος G, που απαιτείται για να χρηματοδοτηθούν οι δημόσιες δαπάνες που υπερβαίνουν τους φόρους Τ. Έτσι:

CA = Ιδιωτικό Χρέος + Δημόσιο Χρέος

Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι αυτές οι σχέσεις εκφράζουν ταυτότητες. Δηλαδή από τη σχέση έκφρασης του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών CA = (Ι-S) + (G-T) δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το δημόσιο έλλειμμα, (G-T), είναι η αιτία του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών CA. Αντίστοιχα, αν γράψουμε την ταυτότητα ως G-T = CA + (S-I) δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι για το δημόσιο έλλειμμα ευθύνεται το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.[4]
Με βάση αυτές τις ταυτότητες έχουν αναπτυχθεί θεωρητικές οπτικές για τις αιτίες που καθορίζουν τους λογαριασμούς τρεχουσών συναλλαγών των χωρών. Αυτές οι θεωρητικές οπτικές, αποτελούν τη βάση των διαφορετικών πολιτικών στρατηγικών αντιμετώπισης της παγκόσμιας κρίσης του 2008 και έχουν αυξημένη σημασία επειδή οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες αναλύσεις θεωρούν ως κύρια αιτία της κρίσης (εντός και εκτός Ευρωζώνης) τις αυξανόμενες ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών. Ανισορροπίες με την έννοια ότι υπάρχουν χώρες με σταθερά και αυξανόμενα εμπορικά πλεονάσματα και χώρες με αντίστοιχα μόνιμα και διευρυνόμενα ελλείμματα (μεγάλα ελλείμματα των ΗΠΑ και πλεονάσματα της Κίνας, πλεονάσματα της Γερμανίας και ελλείμματα των χωρών της «περιφέρειας» αντίστοιχα).
Οι βασικές θεωρητικές οπτικές μπορούν να παρουσιαστούν μέσω των ταυτοτήτων που περιγράψαμε προηγουμένως.
Κατ’ αρχήν η ταυτότητα: εμπορικό έλλειμμα ισούται με εισαγωγές – εξαγωγές, CA = Μ – Χ, μπορεί να αποτελέσει βάση για μία οπτική όρων εμπορίου. Η βασική ταυτότητα που συζητήσαμε, CA = (Ι-S) + (G-T) μπορεί αντίστοιχα να αποτελέσει βάση για μία οπτική αποταμιεύσεων-επενδύσεων. Επειδή οι επιπλέον εξαγωγές από τις εισαγωγές δεν αντιπροσωπεύουν παρά το τμήμα του συνολικού προϊόντος Υ το οποίο δεν καταναλώνεται εγχώρια, και έτσι είτε δεν επενδύεται εγχώρια είτε δεν αποτελεί αντικείμενο δημόσιας δαπάνης, G, η τελευταία ταυτότητα μπορεί να πάρει τη μορφή CA= (C+I+G)-Y, όπου C η εγχώρια κατανάλωση. Σε αυτή τη μορφή εδράζεται η θεωρητική οπτική της εγχώριας απορρόφησης (absorption) ή δαπάνης. Τέλος η προηγούμενη ταυτότητα μπορεί να πάρει τη μορφή CA = Ισοζύγιο Κεφαλαίων ΙΚ, μείον τη μεταβολή στα Διεθνή Συναλλαγματικά Διαθέσιμα που κατέχει η κεντρική τράπεζα ΔR, την οποία θα καλούμε οπτική των χαρτοφυλακίων.
Στο πλαίσιο των νεοφιλελευθέρων πολιτικών προκρίνονται δύο όχι κατ’ ανάγκη διαζευκτικές οπτικές επί ενός ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών:

Οπτική 1: Υπάρχουν θεωρητικοί και αναλυτές που εστιάζουν στους όρους εμπορίου υποστηρίζοντας ότι μία υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα κάνει τις εξαγωγές φθηνότερες και άρα πιο ελκυστικές (ανταγωνιστικές) στην παγκόσμια αγορά. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές θα γίνουν περισσότερο ακριβές στην εγχώρια αγορά με αποτέλεσμα τη δραστική περιστολή του εμπορικού ελλείμματος. Θα εξηγήσουμε στη συνέχεια το λάθος αυτής της προσέγγισης, η οποία τείνει να εμφανίσει το καθεστώς της καπιταλιστικής ανάπτυξης σαν ένα λογιστικό πρόβλημα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι λίγες οι απόψεις στο εσωτερικό της Αριστεράς που «τσιμπούν» σε αυτή την απλοποιημένη εκδοχή.

Οπτική 2: οι πιο σοβαροί νεοφιλελεύθεροι κατανοούν τα όρια της προηγούμενης άποψης (ότι δηλαδή η ανταγωνιστικότητα δεν είναι αποτέλεσμα συναλλαγματικών ρυθμίσεων), δίνοντας έμφαση στην οπτική αποταμιεύσεων-επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούν ότι το βασικό πρόβλημα των «ελλειμματικών» χωρών (δηλαδή των χωρών με ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές) είναι η πτώση των εθνικών αποταμιεύσεων. Οι απόψεις που κάνουν την εμφάνισή τους στη βιβλιογραφία είναι μάλλον «ευφάνταστες» στο σημείο αυτό. Επειδή πτώση των αποταμιεύσεων χαμηλότερα από την επενδυτική δαπάνη (S<I, αυτή είναι π.χ. η περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και των ΗΠΑ) σημαίνει εξωτερικό δανεισμό (συνήθως τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τον ιδιωτικό τομέα), μία συντηρητική ηθικολογία προκρίνεται για τις «ελλειμματικές χώρες», μετατοπίζοντας την έμφαση στην προσέγγιση της δαπάνης: είναι «σπάταλες», «άσωτες», «ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους» αντλώντας εμπορεύματα από το εξωτερικό. Όσο πιο πολύ επιτείνεται αυτό το φαινόμενο, τόσο πιο έντονη και καταστροφική, ισχυρίζονται, ότι θα είναι η μελλοντική κρίση. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η ιδεολογική ηγεμονία της άποψης αυτής είναι σημαντική για την εμπέδωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μεταρρυθμίσεων (η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας είναι η πλέον ενδεικτική).

Βέβαια, εάν λάβουμε υπόψη μας το σύνολο των χωρών, τότε τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές της μιας χώρας ισοδυναμούν με αντίστοιχα πλεονάσματα μιας άλλης. Έτσι, μία πλήρης ερμηνεία των προηγούμενων φαινομένων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της σε κάποιο βαθμό και το διεθνές επίπεδο. Π.χ. γιατί οι πτώση των αποταμιεύσεων στις ΗΠΑ χρηματοδοτείται από τις χώρες της ΝΑ Ασίας και ιδιαίτερα την Κίνα; Γιατί οι τελευταίες προσφέρουν «αποταμιεύσεις» και αγαθά στις ΗΠΑ; Γιατί η Γερμανία και σε κάποιο βαθμό και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού «κέντρου» επιδίδονται σε μία αντίστοιχη προσφορά «αποταμιεύσεων» και εμπορευμάτων προς τις χώρες της αποκαλούμενης ευρωπαϊκής «περιφέρειας»;
Η σύγχρονη οργάνωση του καπιταλισμού και ο μηχανισμός της Ευρωζώνης απέδειξαν ότι οι ανισορροπίες στις τρέχουσες συναλλαγές δεν αποτελούν ένα τόσο προσωρινό φαινόμενο. Ή εναλλακτικά, η αντοχή των εν λόγω ανισορροπιών στο πλαίσιο της σύγχρονης καπιταλιστικής οργάνωσης (με ένα ισχυρό διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα) είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν. Διευρύνεται έτσι το πεδίο εφαρμογής της ταυτότητας ότι το πλεόνασμα μιας χώρας αντιστοιχεί στο έλλειμμα κάποιας άλλης.
Πολλοί νεοφιλελεύθεροι (και όχι μόνο) οικονομολόγοι, μιλώντας κυρίως για τις ΗΠΑ, προειδοποιούσαν εδώ και αρκετό καιρό για τις συνέπειες της συσσώρευσης των ανισορροπιών στις τρέχουσες συναλλαγές (ΗΠΑ-Κίνα κλπ.). Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, οι «ελλειμματικές» χώρες αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιούσαν ότι «ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους» (θυμηθείτε ότι ένα έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές ισοδυναμεί με αρνητικές καθαρές αποταμιεύσεις και θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί με εξωτερικό δανεισμό) και θα έπρεπε να αποπληρώσουν το χρέος. Ξαφνικά, υποτίθεται, οι ροές των ξένων αποταμιεύσεων θα σταματούσαν και η προσαρμογή θα ήταν επίπονη: άνοδος των πραγματικών επιτοκίων, ανεργία, κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών τιμών, ραγδαία πτώση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και χρόνια οικονομική ύφεση. Ο υψηλός εξωτερικός δανεισμός υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σε απόσυρση της εμπιστοσύνης από το δολάριο. Πολλοί μάλιστα έσπευσαν να ερμηνεύσουν την πρόσφατη κρίση στη βάση αυτή. Δεν σκοπεύουμε να ασχοληθούμε εδώ με το πόσο εσφαλμένη είναι μία τέτοια άποψη. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στην παρούσα κρίση συνέβη ακριβώς το αντίθετο από αυτό που προέβλεπαν αυτές οι προσεγγίσεις: δεν συνέβη κανένα αιφνίδιο σταμάτημα των κεφαλαιακών ροών από τις «πλεονασματικές» στις «ελλειμματικές» χώρες (και ιδιαίτερα προς τις ΗΠΑ).
Το λανθασμένο αυτό σχήμα, το οποίο καθιστά ένα σύμπτωμα ως αιτία, έχει μεταφερθεί και στις συζητήσεις στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται το εξής βασικό ερώτημα, το οποίο θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε στο δεύτερο μέρος του κειμένου: αν οι ανισορροπίες δεν είναι η αιτία της κρίσης, γιατί η άποψη αυτή χρησιμοποιείται ως κυρίαρχο πλαίσιο ερμηνείας (και γιατί έχει ηγεμονεύσει στο εσωτερικό της Αριστεράς).[5]
Ας επιστρέψουμε στην ταυτότητα του ισοζυγίου πληρωμών. Από μία μακροοικονομική λογική, η έννοια των αποταμιεύσεων, S, δεν αφορά μεμονωμένες υποκειμενικές επιλογές, ενώ οπωσδήποτε οι αποταμιεύσεις αυτές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στο σύνολο της κοινωνίας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι ακόμα και στην πλέον πλεονασματική χώρα της Ευρωζώνης (S>I), τη Γερμανία, το κομμάτι των αποταμιεύσεων που αντιστοιχεί στα νοικοκυριά είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντίστοιχο των επιχειρήσεων. Εκείνο που στην πραγματικότητα εννοούν όσοι προειδοποιούν για το ότι «καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε» είναι η νομιμοποίηση της ύφεσης ως μέσο προσαρμογής στις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Πώς μπορούμε να καταλάβουμε την πρόταση αυτή;
Κανένα από τα μέλη της προηγούμενης ταυτότητας δεν έχει προτεραιότητα σε σχέση με το άλλο. Και τα δύο υπακούν σε μία δομική αιτιότητα (χρησιμοποιώντας έναν όρο του Αλτουσέρ), η οποία παραπέμπει στην εξέλιξη των ταξικών συσχετισμών και στη μορφή που λαμβάνει η αναπτυξιακή διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία μονοσήμαντη σχέση ανάμεσα στη δυναμική ενός καπιταλισμού και τα αποταμιευτικά πλεονάσματα ή ελλείμματα της ταυτότητας του ισοζυγίου πληρωμών. Μία ελλειμματική χώρα μπορεί κάλλιστα να σημειώνει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης (αυτό είναι το παράδειγμα των περισσότερων χωρών της ευρωπαϊκής «περιφέρειας», των ΗΠΑ κλπ.).
Στο σημείο αυτό προκύπτουν δύο νέα ερωτήματα: πρώτον, γιατί τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές ακόμα και εάν συνοδεύονται από ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης αποτελούν πρόβλημα για την οργάνωση της καπιταλιστικής εξουσίας από την πλευρά του συλλογικού κεφαλαιοκράτη; Και, δεύτερον, πως θα αντιμετωπισθούν στο προηγούμενο πλαίσιο;

2.1. Ερώτημα 1: γιατί «δαιμονοποιούνται» οι ανισορροπίες;

Ας δώσουμε μία σύντομη απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Η απάντηση αυτή αφορά εκείνο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως θεμελιώδη αντίφαση της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης οργάνωσης του καπιταλισμού. Θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε το επιχείρημα με τρόπο σύντομο και σχηματικό, αναφερόμενοι στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (που διαθέτουν δυναμικά τραπεζικά συστήματα).
Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και αλλού,[6] η ανάπτυξη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος υπό το καθεστώς της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός πλαισίου οργάνωσης της καπιταλιστικής εξουσίας ιδιαίτερα επιθετικού απέναντι στην εργασία. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά ότι ο ρόλος των χρηματαγορών είναι «αναβαθμισμένος». Μέσω των χρηματαγορών και των σύγχρονων στρατηγικών διαχείρισης των χαρτοφυλακίων οργανώνεται η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας με τρόπο που να ευνοεί τη νεοφιλελεύθερη επιθετική μορφή του καπιταλισμού. Πρόκειται για μία εκδοχή «κυβερνησιμότητας» που τείνει να αγκαλιάσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να διεισδύσει στις περισσότερες πλευρές της καθημερινής ζωής. Πρόκειται παράλληλα για ένα πλαίσιο που δεν «απειλεί» τα καπιταλιστικά κράτη αλλά μάλλον τα «θωρακίζει» στην οργάνωση της πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Προς το παρόν δεν θα επεκταθούμε στα ζητήματα αυτά. Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι μία βασική (παράπλευρη) συνέπεια του παραπάνω πλαισίου είναι όχι μόνο η αύξηση των ανισορροπιών στα ισοζύγια τρεχουσών αλλά και η δυνατότητα μιας παρατεταμένης αναπαραγωγής των ανισορροπιών αυτών. Εντελώς εσφαλμένα, οι προεκτάσεις του φαινομένου αυτού γίνονται κατανοητές στις τρέχουσες συζητήσεις ως «πόλεμος νομισμάτων».
Η σύγχρονη οργάνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος εκτός από την προαναφερθείσα συμβολή του στην αναπαραγωγή των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών εκμετάλλευσης, ισοδυναμεί και με ένα πλαίσιο οργάνωσης της διεθνούς χρηματοδότησης, δηλαδή της κινητικότητας του κεφαλαίου, την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε εκτός της τάσης του κεφαλαίου για όσο το δυνατό μεγαλύτερο  ποσοστό κέρδους. Με άλλα λόγια, υπάρχει μία «ποιοτική» και μία «ποσοτική» διάσταση στη διαδικασία αυτή. Η πρώτη συμβάλλει στην ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού, στη διαρκή αναδιάρθρωση της εργασίας, στην εμπέδωση νέων ανταγωνιστικών μορφών εκμετάλλευσης, στην προαγωγή των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών. Η δεύτερη επιτρέπει στα αποταμιευτικά πλεονάσματα των εξαγωγικών χωρών να μπορούν χωρίς μεγάλη δυσκολία να αναζητήσουν ένα μεγάλο φάσμα πιθανών (διεθνών) τοποθετήσεων.
Όπως είπαμε και πιο πάνω, η αναπτυξιακή δυναμική ενός κοινωνικού σχηματισμού δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται με πλεονάσματα στις τρέχουσες συναλλαγές. Τούτο διότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και η συνακόλουθη υψηλή κερδοφορία «έλκουν» τις πλεονάζουσες αποταμιεύσεις άλλων χωρών (στις οποίες ενδεχομένως η επένδυση να μην είναι τόσο υψηλή). Η εισροή των αποταμιεύσεων αυτών λειτουργεί ενισχυτικά προς την εσωτερική ζήτηση και την αύξηση του χρέους (ιδιωτικού και δημόσιου). Οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι «κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου» θεωρώντας ότι οι ξένες αποταμιεύσεις «σπαταλώνται» αντιπαραγωγικά (στο βαθμό που «προσφέρονται» αφειδώς). Στην πραγματικότητα, όμως, εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η εύκολη εισροή κεφαλαίων λειτουργεί αντισταθμιστικά ως προς τις ισχυρές πιέσεις για διαρκή αναδιάρθρωση της εργασίας, γεγονός που συνδέεται με μερική ανακοπή στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αποτελώντας επιμέρους αδυναμία του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου μοντέλου ρύθμισης του καπιταλισμού (ιδιαίτερα όσον αφορά στο μοναδιαίο κόστος εργασίας και τα κέρδη του κεφαλαίου). Ας προσπαθήσουμε σχηματικά να εξηγήσουμε την εν λόγω θέση:
Μέσω του δανεισμού συντηρείται βραχυπρόθεσμα η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παρά τη σχετική επιδείνωση των όρων διαβίωσης και εργασίας. Από μία διαφορετική οπτική, η οικοδόμηση της συναίνεσης στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα στηρίζεται και στη δυνατότητα πρόσβασης στο φτηνό δανεισμό για τη χρηματοδότηση καταναλωτικών, στεγαστικών ή άλλων δαπανών, έτσι ώστε να υπάρχει επαρκές εισόδημα που υποκαθιστά την απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση καθολικών συστημάτων ασφάλισης, υγείας, σπουδών και διαφόρων κοινωνικών παροχών.[7]
Την ίδια στιγμή, η σημαντική επέκταση της εγχώριας ζήτησης – με τους όρους που πραγματοποιείται, δηλαδή στη βάση μιας οικονομικής μεγέθυνσης που στηρίζεται τόσο στην παραγωγική αναδιάρθρωση όσο όμως και στην εισροή ξένων «αποταμιεύσεων» – δημιουργεί ελαφρά «ζώνη» προστασίας γύρω από τις λιγότερο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις (ιδιαίτερα στους τομείς των μη-εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών που προσανατολίζονται στην εγχώρια αγορά), αντισταθμίζοντας μερικώς τις πιέσεις που μεταφέρει η έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό και επιτρέποντας βραχυπρόθεσμα μερική βελτίωση της απασχόλησης (μείωση του εφεδρικού στρατού εγασίας). Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, εάν τα πλεονάσματα των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών συντηρούν την εγχώρια κατανάλωση σε επίπεδα μεγαλύτερα από εκείνα που έχει ανάγκη η δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης, τότε είναι δυνατό να προκύψουν συνθήκες αναπαραγωγής μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων και να μπλοκάρει εν μέρει η προαγωγή των στρατηγικών εκμετάλλευσης.
Έτσι, οι επίμονες διεθνείς ανισορροπίες (ποσοτική διάσταση) και η οργάνωσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (ποιοτική διάσταση) είναι οι δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας (financialization), αποτελώντας μία ενεργή αντίφαση που μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά προς τη συνολικότερη αρχιτεκτονική του σύγχρονου καπιταλισμού. Από τη μία πλευρά, οι ανισορροπίες συμβάλλουν στην οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης γύρω από τη συγκεκριμένη αναπτυξιακή στρατηγική του κεφαλαίου. Από την άλλη, όμως, μπορεί να λειτουργήσουν ως μερικό ανάχωμα ως προς την αναδιάρθρωση της εργασίας και τη βελτίωση της παραγωγικότητας που έχει ανάγκη η απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, μετουσιώνονται και σε ιμάντα μεταβίβασης που μπορεί να γενικεύσει και να διεθνοποιήσει μεμονωμένα αρνητικά χρηματοπιστωτικά συμβάντα.
Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε, λοιπόν, το βασικό περιεχόμενο της «υστερικής» στάσης των οργανικών διανοούμενων του συστήματος: από τη μία να απαιτούν το βάθεμα των χρηματαγορών και από την άλλη να ανησυχούν για τις επίμονες ανισορροπίες.

2.2 Ερώτημα 2: πώς προκρίνει η κυρίαρχη σκέψη την αντιμετώπιση των ανισορροπιών;

Με ύφεση και βάθεμα της εκμετάλλευσης επάνω στην εργασία! Για να το θέσουμε σχηματικά, προτείνονται πολιτικές που θα διορθώνουν τις αντιφάσεις των σύγχρονων χρηματαγορών στην προώθηση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Επίλυση της προηγούμενης βασικής αντίφασης χωρίς την εγκατάλειψη του «μοντέλου».
Ας επιστρέψουμε στην ταυτότητα του ισοζυγίου πληρωμών. Μία μείωση του ελλείμματος στις τρέχουσες συναλλαγές (Χ<Μ) σημαίνει ταυτόχρονη μείωση του πλεονάσματος στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές (μείωση στην εισροή ξένων αποταμιεύσεων). Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει μείωση της εγχώριας δαπάνης σε σχέση με το πραγματικό προϊόν (που και αυτό αναμένεται να υποχωρήσει). Έτσι, οι πολιτικές που ξεκινούν με σύνθημα «είμαστε σπάταλοι», «δεν τα καταφέραμε», «ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας» στοχεύουν στο ξεπέρασμα της κρίσης μέσα από την επίθεση στην εργασία, γεγονός που οδηγεί σε πτώση της κατανάλωσης των νοικοκυριών (εργατικών εισοδημάτων), εκκαθάριση των λιγότερο αποδοτικών κεφαλαίων, ανεργία και ύφεση. Ως αποτέλεσμα της διαδικασία αυτής, αναμένεται μία μικρή αύξηση στις εξαγωγές (εξαιτίας της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας) και μία σημαντική πτώση των εισαγωγών (εξαιτίας της δραστικής υποχώρησης των εισοδημάτων). Σαν μέσο για την προσαρμογή των ανισορροπιών εδώ προκρίνεται η ύφεση και η επίθεση στην εργασία.
Τα πράγματα εντούτοις δεν τελειώνουν εδώ, διότι υπάρχει το καπιταλιστικό κράτος που κατά την κρίση ή την ύφεση αναγκαστικά παρεμβαίνει αναλαμβάνοντας ένα σημαντικό κομμάτι του ιδιωτικού χρέους. Τα έξοδά του αυξάνονται και τα έσοδά του μειώνονται, ενώ είναι πολύ πιθανό να μεταφέρει στο χαρτοφυλάκιό του τμήμα του ιδιωτικού χρέους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Με τον τρόπο αυτό η ύφεση αυξάνει τα δημόσια ελλείμματα και διογκώνει το κρατικό χρέος. Δηλαδή, η κρατική παρέμβαση, μετατρέποντας τον ιδιωτικό δανεισμό σε δημόσιο, μπορεί να αφήσει ανέπαφη την εισροή αποταμιεύσεων και κατ’ επέκταση τις ανισορροπίες.
Για να καταπολεμηθεί αυτό το ενδεχόμενο, μία ολόκληρη βιβλιογραφία έχει αφιερωθεί στο να αναιρέσει την κεϋνσιανή πεποίθηση σύμφωνα με την οποία τα δημοσιονομικά ελλείμματα τροφοδοτούν την καπιταλιστική μεγέθυνση. Πρωτεργάτες σε αυτή την κατεύθυνση είναι στις μέρες μας μία ομάδα θεωρητικών, με εξέχουσα μορφή ανάμεσά τους τον καθηγητή του Harvard Alberto Alesina.
Στο πλαίσιο της αντίληψης αυτής, μία σειρά μελετών επιχειρεί με αξιοσημείωτη συνέπεια να υποστηρίξει ότι, σε αντίθεση με την κεϋνσιανή αντίληψη, οι δημοσιονομικές προσαρμογές (ακόμα και σε καιρό ύφεσης) μπορεί να συνδεθούν με ισχυρές προσδοκίες ανάκαμψης εφόσον: (1) ο περιορισμός των κρατικών ελλειμμάτων εξαλείφει το φόβο για μελλοντική φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να τονωθεί η ιδιωτική ζήτηση διότι οι καταναλωτές και οι επιχειρηματίες προσδοκούν υψηλότερα μελλοντικά διαθέσιμα εισοδήματα, (2) το «κόστος» του κεφαλαίου για τους δανειζόμενους υποχωρεί, καθώς η κυβέρνηση περιορίζει το δανεισμό της και ο κίνδυνος χρεοκοπίας στα κυβερνητικά ομόλογα απομακρύνεται. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται να επιβεβαιωθούν εμπειρικώς οι παρακάτω δύο θέσεις. Πρώτον, ότι όταν επιχειρείται μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων, μία μείωση στις δαπάνες είναι λιγότερο υφεσιακή από μία αντίστοιχη αύξηση της φορολογίας. Δεύτερον, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις (αλλά όχι πάντα) οι δημοσιονομικές διορθώσεις που βασίζονται στην περιστολή των δαπανών δεν συνδέονται με το βάθεμα της ύφεσης.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο των αντιλήψεων αυτών το χρέος και τα ελλείμματα χρησιμοποιούνται σαν «μέσα» για την εμπέδωση των «νόμων» του κεφαλαίου. Η financialization μπορεί να επιτρέψει «επίμονες» ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών. Οι ανισορροπίες αυτές σημαίνουν μονόπλευρες ροές «αποταμιεύσεων», οι οποίες μπορεί να αποτελούν προϋπόθεση για την εμπέδωση των επιθετικών στρατηγικών εκμετάλλευσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ταυτόχρονα όμως είναι δυνατό να μετατραπούν και σε επιμέρους εμπόδιο. Η εισοδηματική υποτίμηση των εργαζομένων και η περιστολή των κοινωνικών παροχών και της σφαίρας των δημόσιων αγαθών αποτελεί την πολιτική του επιχειρεί να αντιμετωπίσει το τελευταίο, περιφρουρώντας τα οφέλη του κεφαλαίου.

3. Ο «κεϋνσιανός» αντίλογος

Σε όλα αυτά υπάρχει ένας αντίλογος ο οποίος αρνείται να κατανοήσει την προηγούμενη λογική, εμφανίζοντας την ως ανορθολογική.
Η άποψη αυτή απηχεί τις ύστερες ιδέες του Κέυνς για την οργάνωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνθήκης του Bretton Woods. Ο κανόνας του χρυσού παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με το σημερινό καθεστώς οργάνωσης των διεθνών χρηματαγορών. Ο Κέυνς υπήρξε ανυποχώρητος πολέμιός του. Εν συντομία, στο καθεστώς του χρυσού κανόνα όταν μία ελλειμματική χώρα βρισκόταν υπό πίεση τότε διαμορφώνονταν συνθήκες «αυτόματης» υφεσιακής προσαρμογής: αύξηση των επιτοκίων για να αντιστραφούν οι μαζικές εκροές χρυσού, μείωση της εγχώριας ζήτησης και προσαρμογή του ισοζυγίου πληρωμών μέσα από τη μείωση του προϊόντος, των εργατικών εισοδημάτων, της απασχόλησης και της ζήτησης εισαγωγών. Με άλλα λόγια, λάμβανε χώρα ότι υποστηρίζουν στις μέρες μας ο Alesina και η (υπερμεγέθης) παρέα του. Ο Κέυνς προσανατολίστηκε σε ένα μηχανισμό που θα λειτουργούσε ακριβώς αντίστροφα: οι πιέσεις θα έπρεπε να μεταφέρονται στις πλεονασματικές χώρες και όχι στις ελλειμματικές.
Έτσι κι αλλιώς, μία γενική ύφεση που θα ξεκινήσει από τις χώρες που πασχίζουν να διατηρήσουν τα αποθέματα χρυσού, αργά ή γρήγορα θα επηρεάσει και τις πλεονασματικές χώρες μέσα από την περιστολή του διεθνούς εμπορίου. Σύμφωνα με το συλλογισμό του Κέυνς, ποινές θα πρέπει να προβλέπονται ακριβώς για τις χώρες που έχουν συσσωρεύσει πλεονάσματα στις τρέχουσες συναλλαγές ώστε να υποχρεωθούν σε τόνωση της εγχώριας ζήτησης, κάτι που στη συνέχεια θα ενισχύσει τόσο τις εισαγωγές σε αυτές όσο και τις εξαγωγές στις ελλειμματικές χώρες. Την ίδια στιγμή θα πρέπει να παρέχονται σημαντικές πιστώσεις στις τελευταίες για την αποτροπή των υφεσιακών τάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η προσαρμογή των ανισορροπιών στις τρέχουσες συναλλαγές θα έπρεπε να επιτευχθεί με παρέμβαση στις πλεονασματικές χώρες και όχι στις ελλειμματικές.[8]
Μπορούμε να κατανοήσουμε την επέκταση της προηγούμενης λογικής στη σημερινή συγκυρία με τη βοήθεια του παρακάτω απλού υποδείγματος, το οποίο αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης ταυτότητας στην υποθετική περίπτωση που η παγκόσμια οικονομία αποτελείται από δύο χώρες.

SH1 + SH2= [(IG1 – SG1) + (IG2 – SG2)] + [(IP1 – SP1)+(IP2 – SP2)]

Όπου οι «εκθέτες» Η, G και P υποδηλώνουν τα νοικοκυριά, το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα αντίστοιχα και οι δείκτες 1 και 2 αναφέρονται στις χώρες.
Σύμφωνα με την κεϋνσιανή λογική, μία αύξηση της αποταμίευσης στις ελλειμματικές χώρες δεν χρειάζεται να γίνει με ύφεση και υποτίμηση των εργασιακών εισοδημάτων. Εάν οι αποταμιεύσεις και επενδύσεις των επιχειρήσεων θεωρηθούν ως δεδομένες (υπόθεση «εύλογη» στο υπάρχον πλαίσιο, αφού κανείς δεν προτίθεται να «βάλει» χέρι στα κέρδη των επιχειρήσεων), τότε οι αποταμιεύσεις των «σπάταλων» νοικοκυριών (δηλαδή των εργαζομένων που κατέφυγαν στο δανεισμό προκειμένου να συντηρήσουν την κατανάλωσή τους τη στιγμή που θα έπρεπε να περιορίσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους στα επίπεδα που ορίζει η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου) μπορούν να αυξηθούν με τους εξής δύο τρόπους:
(1) με παράλληλη αύξηση των κρατικών δαπανών στη χώρα 1 ώστε να αποφευχθεί η ραγδαία πτώση της εγχώριας ζήτησης, γεγονός που ισοδυναμεί με πτώση των κρατικών αποταμιεύσεων,
(2) με πτώση των αποταμιεύσεων κράτους και νοικοκυριών στην πλεονασματική χώρα 2, κάτι που συνεπάγεται πολιτικές τόνωσης των εισοδημάτων και της εγχώριας ζήτησης.
Επειδή με τον πρώτο τρόπο παραμένει αναλλοίωτο το αποταμιευτικό έλλειμμα της χώρας 1 και συνεπώς το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές, ο μοναδικός ασφαλής τρόπος περιορισμού των ανισορροπιών θα είναι ένα διεθνές πλαίσιο συνεργασίας και συνεννόησης, που θα επιβάλλει περιστολή στην ανταγωνιστικότητα της πλεονασματικής χώρας. Κατά τον ίδιο τρόπο, εάν η πλεονασματική χώρα υιοθετήσει περιοριστική πολιτική, η ύφεση στην χώρα 1 θα είναι ακόμα μεγαλύτερη. Οι πλεονασματικές χώρας θα πρέπει συνεπώς να ακολουθήσουν πολιτικές τόνωσης της ζήτησης ώστε να υπάρξει περιθώριο προσαρμογής για τις ελλειμματικές που να αποφεύγει τη βαθιά ύφεση.


[1] Μάλλον εκδοχές διαχείρισης οι οποίες δεν έχουν συγκροτηθεί ακόμη ως ηγεμονική πολιτική. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε πολύ πάνω σε αυτό: οι συνεχείς μεταβολές του θεσμικού πλαισίου και η έκδηλη αγωνία των ηγεμονικών τάξεων σε όλη την Ευρώπη αν θα εξασφαλιστεί η συναίνεση σε αυτές τις πολιτικές, αποτελούν δείκτες για το ότι πρόκειται για μία υπό διαμόρφωση ηγεμονική πρόταση των αστικών τάξεων της Ευρώπης.
[2] Η ισχύς αυτής της ταυτότητας εξαρτάται από την υπόθεση ότι ο τραπεζικός τομέας και η κεντρική τράπεζα θα εμφανίζουν συναλλαγές οι οποίες, με βάση τους ορισμούς του ισοζυγίου πληρωμών, θα έπρεπε να καταγράφονται στους λογαριασμούς του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (δηλαδή ούτε παράγουν ούτε καταναλώνουν αγαθά και υπηρεσίες που καταγράφονται στο ισοζύγιο τρεχουσών).
[3] Σημειώνουμε ότι ένα πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δε σημαίνει αναγκαία ότι αμφότεροι, ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας είναι πλεονασματικοί. Μπορεί ο ιδιωτικός τομέας να είναι πλεονασματικός, S>I, και ο δημόσιος ελλειμματικός, T<G, με το πλεόνασμα του ιδιωτικού να υπερκαλύπτει το έλλειμμα του δημοσίου, S-I>G-T.
[4] Ότι οι ταυτότητες των εθνικών λογαριασμών δεν εκθέτουν αιτιότητες πρέπει να τονίζεται. Διότι, η αναγκαιότητα του τονισμού μίας αυτονόητης αλήθειας για φοιτητές, συχνά ισχύει ακόμη και για οικονομολόγους. Παράδειγμα ο Κ. Λαπαβίτσας (στο κείμενο «Συγκεκριμένες κρίσεις, αφηρημένες αναλύσεις», Αυγή, 25/7/2010), που παραβιάζει τη λογική επιχειρώντας να εξάγει από τις ταυτότητες των εθνικών λογαριασμών οικονομική αιτιότητα, θεωρώντας μάλιστα την παραβίαση της λογικής αυτονόητη αλήθεια.
[5] Δεν περιμέναμε φυσικά να υιοθετηθούν από τους ηγεμονικούς κύκλους, με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, απόψεις όπως του Μιλάνοβιτς, επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, ότι αιτία της κρίσης αποτελούν οι διευρυνόμενες ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος στο εσωτερικό των χωρών. Αντίθετα, απόψεις όπως του Φλάσμπεκ, επικεφαλής οικονομολόγου της UNCTAD, ότι υπεύθυνη για την κρίση της Ευρώπης είναι η Γερμανία λόγω του ντάμπιγκ μισθών που ακολουθεί είχαν καλύτερη τύχη επειδή παρά το ότι εντοπίζουν ως αιτία τη «μείωση» των μισθών, εγγράφονται τόσο στο πλαίσιο της συζήτησης των ανισορροπιών στα ισοζύγια πληρωμών όσο και στους εθνικούς ανταγωνισμούς στην Ε.Ε.
[6] Σωτηρόπουλος (2009).
[7] Βλ. Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008).
[8] Βλ. σχετικά Σωτηρόπουλος (2009), Crotty (1983).