Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ…

Ολόκληρο το κειμένο το οποίο δημοσιέυτηκε συντομευμένο στην Αυγή, 29/03/2009 
(http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=445310)




Ο δρόμος για την κόλαση….


Σπύρος Λαπατσιώρας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε συντομευμένο στην Αυγή 2009/03/29


Σύμφωνα με τον Τσέχο πρωθυπουργό Topolanek και πρόεδρο της ΕΕ οι μεγάλες δημόσιες δαπάνες, που πραγματοποιεί ο Obama και ζητά να υιοθετήσουν και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις των G20, για να ανακάμψει η παγκόσμια οικονομία  αποτελούν «δρόμο για την κόλαση».
Ο χαρακτηρισμός «δρόμος για την κόλαση» αποτελεί απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση που αφορά την παγκόσμια κοινότητα: «ποια είναι η κατάλληλη πολιτική για την έξοδο από την κρίση»;
Η απάντηση των ΗΠΑ είναι «από κοινού και συντονισμένα μεγάλες δημόσιες δαπάνες με στόχο την σημαντική αύξηση της ζήτησης»: δεν μπορεί μία χώρα μόνο να αναλάβει το έργο εξόδου της παγκόσμιας οικονομίας από την κρίση.
Αυτή η πολιτική είναι που χαρακτηρίζεται «δρόμος για την κόλαση» από τους Ευρωπαίους γραφειοκράτες και πολιτικούς ηγέτες. Χωρίς άκομψες διατυπώσεις οι θεσμικοί παράγοντες της ΕΕ και προπάντων οι Μέρκελ και Σαρκοζύ, πρωθυπουργοί της Γερμανίας και της Γαλλίας, δηλώνουν ότι η απάντηση των ΗΠΑ δημιουργεί μελλοντικούς κινδύνους πολύ σοβαρούς. Η Ευρώπη απαντά διαφορετικά, συνδέοντας δύο διαφορετικά ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι οι δαπάνες της ΕΕ αρκούν προς το παρόν και πρέπει να περιμένει κανείς να εκτελεστούν για να φανεί η απόδοσή τους και η πιθανή ανάγκη νέων μέτρων. Το δεύτερο είναι ότι ο οποιοσδήποτε συντονισμός με τις ΗΠΑ δεν αφορά τις δαπάνες. Ας αποφασίσουν οι ΗΠΑ τις δαπάνες θα κάνουν στον επικίνδυνο δρόμο που ακολουθούνε. Στο κάτω-κάτω, όπως έχει ειπωθεί, οι ΗΠΑ δημιούργησαν το πρόβλημα άρα αυτές πρέπει να επωμιστούν και τα μεγαλύτερα βάρη για να το λύσουν
Γιατί η Ευρώπη δίνει αυτή την απάντηση η οποία ως πυρήνα της έχει το γνήσιο πνεύμα της συνθήκης των Βερσαλλιών (ο χαμένος να πληρώσει τους υπόλοιπους) και επομένως φαίνεται να επωμίζεται και τις συνέπειες ενός τέτοιου πνεύματος; Την εμβάθυνση της ύφεσης σε όλο τον κόσμο; Η στάση της Ευρώπης κατά πρώτον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υστερόβουλη: οι ΗΠΑ θα πληρώσουν ούτως ή άλλως και αν περιμένουμε θα ανακοπεί η ένταση της κρίσης με τα λεφτά άλλων. Αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
Όταν λέμε Ευρώπη με πολλούς τρόπους πρέπει να σκεφτόμαστε τη Γερμανία. Όχι μόνο λόγω του οικονομικού μεγέθους, της δημοσιονομικής ευχέρειας που έχει και των μεγάλων πλεονασμάτων από το εξωτερικό εμπόριο όντας πρώτη εξαγωγική δύναμη αλλά και λόγω του ότι τους προηγούμενους μήνες αυτή έδωσε τον τόνο και καθόρισε το κανόνα της πολιτικής της Ευρώπης επαναφέροντας στην τάξη όσους φλέρταραν (μεταξύ άλλων Σαρκοζί, Ανατολική Ευρώπη – το μεγαλύτερο εξαγωγικό της εταίρο) με την ιδέα μίας πιο ενεργούς παρέμβασης της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της παγκόσμια οικονομικής κρίσης.
Η Ευρώπη αποτυγχάνει να αναγνωρίσει το βάθος της κρίσης και το σημείο καμπής που σημειώνει ο ιστορικός χρόνος. Όχι μόνο απορρίπτει την απάντηση των ΗΠΑ – δεν συζητάμε για άλλους δρόμους προς την κόλαση όπως του Τσάβες που αυξάνει κατά 20% τον κατώτατο μισθό ως απάντηση στη κρίση με δεδομένη τη μείωση της τιμής του κύριου εξαγωγικού προϊόντος, του πετρελαίου – αλλά ακυρώνει τη σύνοδο για την απασχόληση το Μάιο όταν στην Ευρώπη τουλάχιστον 6 εκατομμύρια εργαζόμενοι αναμένεται να χάσουν τη δουλειά τους τα επόμενα δύο χρόνια, όταν η ύφεση χτυπάει τη πόρτα της με περισσότερη ένταση από αυτή των ΗΠΑ (στη Γερμανία η πτώση του ΑΕΠ το 2009 εκτιμάται πάνω από 4% όταν στις ΗΠΑ είναι γύρω στο 3%, στην Ισπανία η ανεργία οδεύει για 20% το 2010, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κινείται μεταξύ 10% και 20% για της χώρες της Ευρωζώνης, το εμπόριο συστέλλεται επίσης με διψήφια νούμερα, στην Ελλάδα και την Ιταλία τίθενται ζητήματα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και στη πρώτη ασκείται πολιτική η οποία επιδεινώνει την ύφεση)
Μία εξήγηση γι’ αυτή την ιστορική αποτυχία είναι ότι η κρίση πρώτα χτύπησε τις ΗΠΑ και καθυστέρησε να φτάσει στην Ευρώπη. Ειδικά όταν έφτασε στη Γερμανία στις αρχές του 2009, δεν βρήκε ούτε υψηλές τιμές ακινήτων, ούτε υψηλό χρέος νοικοκυριών και δεν έπληξε το κατασκευαστικό τομέα. Έπληξε τομείς που η δημοσιονομική παρέμβαση δεν έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στο εσωτερικό της χώρας. Η πτώση των εξαγωγών, με τη μεγαλύτερη συμβολή στη μεγέθυνση του ΑΕΠ, της Γερμανίας δεν αντιμετωπίζεται με γερμανική δαπάνη ενώ τα προβλήματα της αυτοκινητοβιομηχανίας δεν απαιτούν εκτεταμένα μέτρα. Επομένως την ανάγκη εκτεταμένα αυξημένης δημόσιας δαπάνης η Γερμανία την αντιμετωπίζει με μία υστέρηση χρόνου σε σχέση τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ένας δεύτερος λόγος που πρέπει να πάρουμε υπόψη είναι ότι μία αύξηση των δημοσίων δαπανών άμεσα συνοδεύεται και από αύξηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων. Τα αυξημένα ελλείμματα θέτουν σε δοκιμασία το Σύμφωνο Σταθερότητας και το όριο του 3%. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι με τα τρέχοντα μέτρα το έλλειμμα για τη Γερμανία το 2010 υπολογίζεται από το ΔΝΤ σε 4,6%, για τη Γαλλία σε 6,3%, την Ιταλία 4,3% την Ισπανία 6% και για χώρες με μεγαλύτερη παρεμβατικότητα όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ σε 8,1% και 8,9% αντίστοιχα. Για τη Γερμανία αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον πρώτο η Μέρκελ ψήφισε νόμο ώστε από το 2016 δεν θα επιτρέπονται ελλείμματα στη Γερμανία πάνω από 0,35% του ΑΕΠ και δεύτερο η αύξηση των ελλειμμάτων θέτει σε καθεστώς αμφισβήτησης το όριο του 3% δεδομένου των περιοριστικών πολιτικών που θα πρέπει να ακολουθηθούν αμέσως με το ξεπέρασμα της κρίσης ή στη διάρκειά του (όπως στην Ελλάδα) ώστε να διατηρηθεί. Το αυξημένο δημόσιο χρέος είναι ακόμη πιο σημαντικό. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι με τα υπάρχοντα επίπεδα παρέμβασης, το χρέος θα αυξηθεί για τη Γερμανία σε επίπεδο 80% του ΑΕΠ το 2010 (σε σχέση με 65% το 2007), τη Γαλλία 77% (64%), την Ιταλία 112% (104%), την Ισπανία σε 53% (36%) μικρότερη αύξηση βέβαια από τις ΗΠΑ (90% από 63%) και τις Ιαπωνίας (225% από 195%). Σε κάθε περίπτωση το αυξημένο χρέος θέτει ένα ζήτημα εξυπηρέτησης του. Πέραν της πίεσης που ασκεί στα επιτόκια, αν θεωρήσουμε ότι σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων από τους τίτλους που κατείχαν και επομένως την ανάγκη ενίσχυσης καθώς και με την υπόθεση ότι δεν θα προκύψει ανάγκη περαιτέρω δαπανών σε σχέση με τις υπάρχουσες, θέτει ήδη ζητήματα εγγυήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εξυπηρέτηση του από κάθε χώρα. Εγγυήσεων που τίθενται ήδη από τώρα είτε με τη μορφή έκδοσης ευρωομολόγου είτε με τη μορφή αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτές οι κατευθύνσεις απαιτούν εκτεταμένες αλλαγές της θεσμικής οργάνωσης της ΕΕ. Για παράδειγμα η έκδοση ευρωομολόγου περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας τόσο της Γερμανίας όσο και της Γαλλίας στην άσκηση εθνικών πολιτικών εφόσον αυτές θα αναλάβουν το κύριο βάρος αλλά επίσης αδυνατίζει την πίεση των αγορών πάνω στις πολιτικές των εθνικών κυβερνήσεων της ευρωζώνης. Επομένως από την μία, ο αυτόματος πιλότος προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, ο μηχανισμός υποβάθμισης των αναγκών των κοινωνιών τίθεται υπό αμφισβήτηση με μακροπρόθεσμες συνέπειες ή διαφορετικά θα πρέπει να υπάρξει πανευρωπαϊκός καθορισμός των επιμέρους μακροοικονομικών πολιτικών. Από την άλλη τις αυξημένες δαπάνες της Ευρωζώνης αναλαμβάνει να τις καλύψει ο γερμανικός προϋπολογισμός χωρίς τα αντίστοιχα οφέλη (20% συνεισφορά στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και επιστροφή γύρω στο 12%).
Εδώ αναδεικνύονται και άλλοι κίνδυνοι. Πρώτο, η πίεση για τέτοιου τύπου παρεμβάσεις και ρυθμίσεις καθιστούν την ιδέα του παρόντος ευρωσυντάγματος ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Ένα σύνταγμα που θεσπίζει ως οικονομική πολιτική το νεοφιλελευθερισμό δεν συνάδει με τέτοιες θεσμικές αλλαγές οι οποίες υποσκάπτουν την επέλαση των νεοφιλελευθέρων πολιτικών στην Ευρώπη. Δεύτερο, οι περιοριστικές πολιτικές για μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους μετά την κρίση θέτουν σε δοκιμασία τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Επειδή η υπεράσπιση των πολιτικών της παρούσας γραφειοκρατία και πολιτικής ηγεσίας για ένταση της άνισης διανομής του εισοδήματος (ο Σαρκοζί για παράδειγμα έχει ως πολιτική σημαία την υπόσχεση μείωσης της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και των εταιρικών κερδών) έχει πιθανή συνέπεια ο κόσμος της εργασίας να κληθεί να δεχτεί «μεταρρυθμίσεις» και μειώσεις του εισοδήματος με πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ότι είναι πιθανό να ανεχτεί.
Φαίνεται πιο λογικό, απέναντι σε τάσεις και θεσμικές μετατοπίσεις που δεν αναστρέφονται εύκολα – γιατί να μην δράσουν οι κοινωνίες με αντίστοιχο τρόπο επεκτατικών δημοσίων δαπανών και στη διαφαινόμενη κρίση των ασφαλιστικών ταμείων ή του ευρωπαϊκού συστήματος υγείας ή τη χρηματοδότηση της Παιδείας– να υπάρξει ένας κανόνας εθνικής αναδίπλωσης τόσο για τη Γερμανία όσο και για τη Γαλλία. Κάθε χώρα θα αντιμετωπίσει τη κρίση με ίδια μέσα. Επομένως οι χώρες είτε θα συνεχίσουν να υπόκεινται στον έλεγχο και την τυραννία των αγορών για την αξιολόγηση και χρηματοδότηση της πολιτικής τους για να μη γίνου άφρονες (Ελλάδα, Ιταλία), είτε των περιοριστικών πολιτικών του ΔΝΤ αν χρειαστεί να προσφύγουν σε αυτό. Δεν μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα της Ουγγαρίας να το πληρώνει η Γερμανία. Πρέπει να μεταρρυθμιστεί στη γνωστή κατεύθυνση άρσης του – όμως επειδή θα επιβληθεί ως ανάγκη όχι από τη Γερμανία ή από την ΕΕ, όπως πιθανόν θα απαιτούσαν οι ρυθμιστικές συμφωνίες έκδοσης ευρωομολόγου, αλλά από φυσικές δυνάμεις μη-ελεγχόμενες πολιτικά.
Η πολιτική της ΕΕ αναγκαία συνεπάγεται μία υποτίμηση της διάρκειας και της έντασης της κρίσης αλλά και την ανάπτυξη των πιο επιθετικών πλευρών της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής. Όπως έδειξαν οι τελευταίες σύνοδοι η κρίση πλέον θεωρείται μία ευκαιρία στο βαθμό που δεν συνιστά καταστροφή. Αδυνατίζει τις αντιστάσεις, στο βαθμό που η ανεργία κινείται σε επίπεδα θεωρούμενα διαχειρίσιμα από την πολιτική ηγεσία, ας πούμε μεταξύ 10% και 15%, στην προώθηση των «μεταρρυθμίσεων», στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.
Επομένως δεν υπάρχει άρνηση της Ευρώπης γενικά. Αλλά μία άρνηση του ειδικού συντονισμού, της γενικευμένης παρέμβασης που δημιουργεί θεσμικές ανατροπές ή δίνει τη δυνατότητα εξασθένισης της επέλασης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αποτελεί ένα στοίχημα: να μετατραπεί η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού σε κινητήριο δύναμη εμβάθυνσής του. Τόσο μύωπες που παίζουν με τη καταστροφή, τόσο αλαζόνες που θεωρούν ότι θα επιβάλλουν αβρόχοις ποσί στην κοινωνία μία πολιτική εμβάθυνσης της κρίσης.
Η αλήθεια είναι ότι η Γερμανία αισθάνεται ιδιαίτερα πιεσμένη: της ζητείται όχι μόνο να βοηθήσει τον αναπτυσσόμενο κόσμο (αύξηση συμμετοχής της ΕΕ στα προγράμματα χρηματοδότησης του IMF), όχι μόνο να σώσει την Ανατολική Ευρώπη, αλλά να σώσει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να πολεμήσει και την ύφεση στο εσωτερικό της και παγκόσμια. Πολύ μεγάλο φορτίο. Από την άλλη όμως θέτει στις ΗΠΑ το ίδιο δίλλημα ενισχυμένο: όχι μόνο να σώσουν την οικονομία τους από την ύφεση αλλά και να χρηματοδοτήσουν αυτοί μία παγκόσμια ανάκαμψη (χρηματοδοτώντας μαζί και τον περιορισμό της ύφεσης στην ΕΕ μέσω της αύξησης εισαγωγών) παραιτούμενοι επιπρόσθετα από τα κυριαρχικά δικαιώματα στην πιο ανταγωνιστική βιομηχανία τους (ένα από τα βασικά περιεχόμενα των μέτρων που προτείνει η Ευρώπη για τη ρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος) και επιπρόσθετα να αναλάβουν αγόγγυστα τα παραπάνω χωρίς να εγείρουν ζητήματα προστατευτισμού ή να επιτρέψουν υπερβολικές διακυμάνσεις του δολαρίου. Είναι σαν η Ευρώπη απλά να προσπαθεί για να σώσει τη νεοφιλελεύθερη μορφή του οικοδομήματός της να μεταθέτει τα βάρη διεθνώς αλλού και στο εσωτερικό της στις πλάτες των εργαζομένων των συνταξιούχων και των νέων. Και αν κρίνουμε από τις Βερσαλλίες δεν πρόκειται για ιστορικά δικαιωμένη επιλογή.
Από τη σκουριασμένη γραφειοκρατία και το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης, που αφού καταδίκασαν το νεοφιλελευθερισμό made in USA με παράτες γίνονται οι ιεραπόστολοι του «μόνου γνήσιου» νεοφιλελευθερισμού, με «ανθρώπινο» πρόσωπο όταν απαιτείται, λίγα έχουμε να περιμένουμε για μια κοινωνία αλληλεγγύης. Ο εκβιασμός, η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού ενάντια στην κοινωνία στο εσωτερικό της Ευρώπης, που ασκείται για να κρατηθεί το όραμα Europe Ltd ζωντανό, το στοίχημα της Ευρώπης, εξαρτάται τόσο από το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης όσο και από τις αντοχές των λαών της Ευρώπης. Πόσες χρεωκοπίες κρατών, ανεργία, προγράμματα λιτότητας, πτώση εισοδημάτων φτώχεια και απώλειες ασφαλιστικών ταμείων μπορεί να αντέξει , «στο δρόμο για την κόλαση» που διανοίγει;.
Το σύνθημα για μία άλλη Ευρώπη, με πολιτική, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, που θα θέτει τους πολίτες της και τις ανάγκες τους πάνω από τις αγορές,  ποτέ δεν ήταν περισσότερο επίκαιρο και επιτακτικό από τώρα.

28 Μαρτίου 2009