Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

Με τη σειρά την οποία εμφανίστηκαν στα διάφορα έντυπα

Κείμενα

Χρηματοπιστωτική κρίση και «οικονομική ρύθμιση»
Μέρος Πρώτο, Απρίλιος-Ιούνιος 2008
Μέρος Δεύτερο: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2008


Ακρίβεια και πληθωρισμός, Αυγή, 07/06/2008


Η κρίση είναι συστημική. Εποχή, Κυριακή 9/11/2008.
σε
Για τον χαρακτήρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Για όλα φταίει η "κερδοσκοπία";, Αυγή, 16/11/2008


Ο δρόμος για την κόλαση, Αυγή, 29/03/2009
πρόκειται για συντομευμένη μορφή κειμένου 
το οποίο υπάρχει ολόκληρο στο ημιτελές blog


Η κρίση και οι μασκοφόροι του νεοφιλελευθερισμού, Αυγή, Μάιος 2009


Όταν το ΠΑΣΟΚ συνάντησε τον Φουκουγιάμα: όψεις της αναμενόμενης οικονομικής πολιτικής του, Αυγή, 4/10/2009


Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ, Εποχή, Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009


ΕΥΡΩΠΗ: Παρατεταμένη αμηχανία γεννά παραφροσύνες … και εδώ, γελοιότητες, 21 Φεβρουαρίου 2010,


Για τη συγκυρία όπως διαμορφώνεται μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, Αυγή, 28/02/2010


Ο "δρόμος για την κόλαση" είναι ανοιχτός, Αυγή, 28/03/2010


Θέσεις για τον τρόπο παράγωγης των οικονομικών γεγονότων στην τρέχουσα συγκυρία Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ν.ΣΥΝ, Ενέδρα, τον Μάρτιο του 2010


Που θα βρεθούν τα λεφτά; (για πολιτικές υπέρ του κόσμου της εργασίας),
στο περιοδικό του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Δελτίο Θυέλης τον Απρίλιο του 2010
Τι είναι και τι θέλει το ΔΝΤ από τη ζωή μας, Αυγή, 18/04/2010


Είναι αναγκαία τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση για τη «διάσωση της Ελλάδας»;
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού του ΣΥΡΙΖΑ, Μπλόκο, το Μάρτιο του 2010


Μία ρωγμή που διευρύνεται, Αυγή, 16/05/2010


Οι κακές αγορές και ο καλός μηχανισμός στήριξης, Εποχή, 16/05/2010


Αντί να αντιμετωπίζουν τις αιτίες, στοχεύουν στις συνέπειες, Αυγή, 23/05/2010


ΚΡΙΣΗ: Ερωτήματα, μύθοι και ο παραλογισμός ως πρόταση διεξόδου, Καραβάνι, Περιοδικό του Κοινωνικού Στεκιού – Στεκιού Μεταναστών Ιούνιος 2010,


Συζήτηση για την Αναδιάρθρωση χρέους : Τα υπέρ και τα κατά, in.gr, 14/07/2010


ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ. Οι προϋποθέσεις για μια αριστερή πρόταση, Εποχή, 24 Ιούλιος 2010


Το φαντασιακό της αριστεράς και η πρόταση εξόδου από το ευρώ, Αυγή, 18/07/2010


Η Ιρλανδία στο μηχανισμό στήριξης, Αυγή, 23/11/2010 (στήλη Συναντήσεις)
http://spirosla.blogspot.com/2010/11/blog-post_2033.html



Πάνω σε ερωτήματα για τη συγκυρία, εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 29/11/2010

Video


Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Σας «πτωχεύουμε» για να συμμορφωθείτε! Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ


                 Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ

 Σας «πτωχεύουμε» για να συμμορφωθείτε!

 
Συνέντευξη με τον πανεπιστημιακό Σπύρο Λαπατσιώρα
Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός
 
*Έχουν βάση τα περί ενδεχόμενης χρεοκοπίας μιας οικονομίας όπως η ελληνική;
-Με όλα τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία και τις δεδομένες συνθήκες, η χρεοκοπία, στο άμεσα επόμενο διάστημα, συγκεντρώνει σχεδόν μηδενικές πιθανότητες. Το ύψος του χρέους που αναμένεται να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο και τα αναμενόμενα επιτόκια έκδοσης δεν αποκλίνουν, με μη εξυπηρετήσιμο τρόπο, από αυτά της προηγούμενης δεκαετίας.*
Επιπλέον, με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι στη ζώνη του ευρώ, με τις δυνατότητες δανεισμού είτε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είτε από τις αγορές repos (συμφωνίες επαναγοράς των τίτλων) με ελαφρά χειρότερους όρους των ελληνικών εμπορικών τραπεζών, και με τις συγκριτικά υψηλές αποδόσεις των ομολόγων τα οποία εκτίθενται ταυτόχρονα σε σχετικά μικρούς κινδύνους (η ασφάλιση των ελληνικών ομολόγων είναι σχετικά χαμηλή παρά τη διεύρυνση του spread των CDS), δεν υφίσταται το ενδεχόμενο χρεοκοπίας με τον τρόπο με τον οποίο απασχολεί διεθνείς και ειδικά εγχώριες συζητήσεις. Επίσης, είναι αστείες, στις σημερινές συνθήκες, τόσο οι σκέψεις ότι απειλείται από την Ελλάδα το ευρώ ως νόμισμα ή η σταθερότητα του ευρώ άμεσα, όσο και ότι η Ελλάδα έχει καλύτερες προοπτικές εκτός ευρώ (απλά θα έχει την τύχη της Αργεντινής μία μέρα πριν ανακοινώσει την έξοδό της από το ευρώ).

*Γιατί, τότε, όλη αυτή η συζήτηση;
-Συνοπτικά, τα πιο σημαντικά γεγονότα που οδήγησαν στην τρέχουσα συζήτηση είναι τα εξής: α) Το «ξεφόρτωμα» των παλιών ομολόγων, καθώς κλείνει το έτος για να αγοραστούν οι νέες εκδόσεις ομολόγων, που θα έχουν αυξημένες αποδόσεις. Αυτό διεύρυνε τα spread. β) Το «συμβάν Ντουμπάι». γ) Οι ανησυχίες οι σχετικές με το χρόνο απόσυρσης από τα έκτακτα μέτρα χρηματοδότησης των τραπεζών από την ΕΚΤ, δηλαδή για την τύχη της ομαλής λειτουργίας της αλυσίδας κυβέρνηση - τράπεζες - ΕΚΤ. δ) Οι πιστωτικές αξιολογήσεις, οι οποίες, αν και δεν εξαρτώνται από ένα ή δύο παράγοντες, με τη χειροτέρευση των δημοσίων οικονομικών, σχεδόν αυτόματα, «αλλάζουν» επί τα χείρω για τις περισσότερες χώρες. ε) Τέλος - και πιο σημαντικό νομίζω - το σαφές σήμα της ΕΕ που είναι: στηρίζουμε υπό τον όρο ότι θα ακολουθήσετε συγκεκριμένα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Το σημαντικό στοιχείο βρίσκεται στο «υπό τον όρο ότι…» και η επίδραση που είχε αυτό στους ανά τον κόσμο διαχειριστές κεφαλαίων. Ας θυμηθούμε πως τον Φεβρουάριο, όταν είχαν ξανατεθεί αντίστοιχα ζητήματα εξυπηρέτησης χρέους, τότε άρκεσε μία δήλωση στήριξης, χωρίς όρους όμως, του γερμανού υπουργού Οικονομικών για να επιστρέψουν οι ανησυχίες των αγορών πάλι στο «business as usual» της μετά την κρίση εποχή.

*Μήπως κατά ένα μέρος είναι και κατασκεύασμα για λόγους κερδοσκοπίας;
-Έχει επιχειρηματολογηθεί αλλού, μαζί με τον Γ. Μηλιό και τον Δ. Σωτηρόπουλο (Αυγή, Εποχή, Θέσεις αλλά και από άλλους σε άλλες εκδοχές), ότι το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στο διεθνή του χαρακτήρα, συνιστά ένα σύστημα μηχανισμών πειθάρχησης των ατομικών κεφαλαίων και των κρατών στις απαιτήσεις που θέτει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα διευρυμένης αναπαραγωγής. Συνιστά, επίσης, και ένα σύστημα αναπαράστασης της κίνησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Οι συμπεριφορές των ατομικών κεφαλαίων, αλλά και οι αυθόρμητες ή λιγότερο αυθόρμητες ιδεολογίες που προϋποθέτει η συγκεκριμένη λειτουργία αυτού του συνόλου των μηχανισμών, δεν μπορούν να συλληφθούν υπό την κατηγορία της κερδοσκοπίας παρά μόνο με κόστος να μην καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει ή να τον χρησιμοποιούμε με μία πολύ γενική έννοια (κάθε ατομικό κεφάλαιο αναζητά, σκοπεύει το κέρδος).

*Ποιοι παράγοντες επιδρούν στη συμπεριφορά των «ατομικών κεφαλαίων»;
-Υπάρχουν τρία πολύ γενικά στοιχεία (για λόγους συντομίας θέτω εκτός συζήτησης άλλα), τα οποία επιδρούν στη συμπεριφορά των ατομικών κεφαλαίων στις διεθνείς χρηματαγορές (διεθνείς, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν συμπεριλαμβάνονται και ελληνικά κεφάλαια, π.χ., εμπορικών τραπεζών).
Το πρώτο είναι η πολιτική που χάραξε η ΕΕ. Από την περασμένη άνοιξη, πριν τη σύνοδο των G20, ερρίφθη ο κύβος για το είδος της διαχείρισης της κρίσης στην Ευρώπη: ΄Ηταν η απάντηση που έδωσε ο Χούβερ στην κρίση του ’29 στις ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα οι υγιείς προϋπολογισμοί, με κύριο εκφραστή αυτής της στάσης τώρα τη Γερμανία. Πώς παρουσιάστηκε αυτή η πολιτική διαχείρισης; Η απόφαση της Κομισιόν υπονοεί ότι η κρίση είναι ευκαιρία να επιτευχθούν με γρήγορους ρυθμούς αλλαγές στα εργασιακά, στα ασφαλιστικά συστήματα, στην υγεία, στην παιδεία… με όπλο την αδυναμία των δημόσιων οικονομικών. Την κατάσταση αυξημένων αναγκών δανεισμού χωρίς συλλογικό ευρωπαϊκό μηχανισμό δανειοδότησης οι έγκριτοι αναλυτές την παρουσιάζουν, ωστόσο, ως δίλημμα της Ευρώπης. Να συναινέσει στην ανάληψη ενός συστημικού κινδύνου (π.χ., η πτώχευση της Ελλάδας να υπάγει και άλλες χώρες υπό την απειλή πτώχευσης) ή να δημιουργήσει ένα ηθικό κίνδυνο; Διότι η αλληλεγγύη σε κάθε κράτος το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα, εξασθενεί τα κίνητρα κάθε κράτους για υγιείς προϋπολογισμούς, εφόσον θα ξέρουν ότι θα σωθούν. (Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, πώς απαντήθηκε το ίδιο δίλημμα με τις τράπεζες…) Είναι φανερό ότι κάθε ηθικός και υγιής νεοφιλελεύθερος ευρωπαίος πρέπει να μην συναινεί σε ηθικούς κινδύνους που θέτουν τη νεοφιλελεύθερη μορφή της Ευρώπης σε κίνδυνο. Ωστόσο, στο βαθμό που όντως δημιουργούνται αμφισβητήσεις της ορθοδοξίας από τις ανάγκες αυξημένης χρηματοδότησης, για λόγους τουλάχιστον κοινωνικής συνοχής και ισορροπίας στην Ευρώπη, απαιτείται και μία «ρεαλιστική» αντιμετώπιση του ζητήματος, δηλαδή η μέση λύση.

*Και ποια είναι η «μέση λύση» εν προκειμένω;
-Η μέση λύση είναι, η συμπαράσταση υπό τον όρο ότι… Εμφανίζεται να θέτει από το εξωτερικό ένα σιδηρούν κανόνα για το λαό του κράτους. Αποτελεί το δείκτη ενός μηχανισμού επιβολής συμμόρφωσης, μηχανισμού έκθεσης των κρατών στην απειλή πτώχευσης, με στόχο την εθελούσια στοίχιση στις πειθαρχίες του υγιούς νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αυτό. Η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, ή και ίδια η Γαλλία ακόμη αποτελούν χώρες που τους αφορά το σήμα αυτό. Στέλνει, ταυτόχρονα, και ένα σήμα στις αγορές ότι υπάρχουν μηχανισμοί επιβολής συμμόρφωσης στην Ευρώπη και συμβάλλει στη διαμόρφωση του πλαισίου δράσης τους.
Το δεύτερο είναι η τύχη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Υπέστη μία συντριπτική ήττα στις Ευρωεκλογές. Ο Γ. Παπανδρέου με το εξαγγελμένο πρόγραμμά του, διερευνά και τις στρατηγικές αναπροσαρμογές της σοσιαλδημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Η μη-πλήρης υιοθέτηση εκ μέρους της κυβέρνησης Παπανδρέου, ό,τι πιο ακραίου ακούγεται αλλά η υιοθέτηση απλώς του προγράμματος Καραμανλή με κάποιες «βελτιώσεις», ανάλογα με τη συγκυρία. Προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο, προφανώς έχει να κάνει με τους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Ωστόσο, η πολιτική του έχει αποκτήσει διάσταση και αυτή είναι η εκμαίευση από τους μισθωτούς - και όχι μόνο - υπό τον φόβο της πτώχευσης του κράτους, της μακροχρόνιας συμφωνίας τους στην ατομική τους «πτώχευση» (να γίνουμε δηλαδή μίας μορφής Λετονία με ή χωρίς πτώχευση). Συγχρόνως στηρίζεται σε κάποια δεδομένα, με τα οποία θα επιχειρήσει να πείσει τις αγορές. Σημειώνουμε μερικά: α) Οι τράπεζες, μάλλον, θα επιστρέψουν μέσα στο 2010 ένα πακέτο 4 δισ. που έχουν λάβει και το οποίο αντιστοιχεί σε 1,7% του ΑΕΠ - επομένως μπορεί να μειώσει το έλλειμμα ισόποσα. β) Απ’ ό,τι φαίνεται το έλλειμμα το οποίο παρουσιάζει σήμερα υπόκειται σε δημιουργική λογιστική και μπορεί να το εμφανίσει μειωμένο τον επόμενο χρόνο. Και εξ αυτού γ) το σχέδιο σύλληψης της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, το οποίο όμως, όπως εκτιμούν όλες οι διεθνείς αναλύσεις, είναι υπεραισιόδοξο.
Το τρίτο στοιχείο είναι η λιτότητα. Πρέπει να συνυπολογιστούν οι συνέπειες μίας επερχόμενης λιτότητας επ’ αόριστον και των αποτελεσμάτων της ύφεσης. Για παράδειγμα, η Fitch υποβάθμισε την πιστωτική αξιολόγηση των καλυμμένων ομολόγων (τίτλων που βασίζονται σε δάνεια) ελληνικών τραπεζών, επειδή εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι οι πολιτικές λιτότητας που θα ασκηθούν θα προκαλέσουν περισσότερες επισφάλειες στις τράπεζες (θα αυξηθεί, μ’ άλλα λόγια, το ποσοστό των καθυστερήσεων πληρωμής ή αδυναμίας πληρωμής των δανείων). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πίεση στις τράπεζες ως προς την κεφαλαιϊκή τους επάρκεια και, άρα, χειροτέρευση των συνθηκών δανεισμού στις χρηματαγορές.

*Πρόκειται, αν κατάλαβα καλά, για έναν ιδιότυπο αυτοτραυματισμό του συστήματος;
-Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Οι πολιτικές που προτείνονται από τους διεθνείς οίκους και οργανισμούς, είναι μεν πολιτικές πτώχευσης των μισθωτών, των συνταξιούχων, της παραγωγής δημόσιων αγαθών κτλ. για να μπορούν οι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων (έλληνες και ξένοι, σε ένα ποσοστό από 30/70 έως 50/50) να λαμβάνουν κανονικά τις αποπληρωμές του χρέους. Αλλά, επίσης, είναι και πολιτικές που δεν εγγυώνται ότι δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα επιβάρυνση και των όρων δανεισμού και πιθανότητα αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους στο μέλλον.
Στη βάση αυτών των τριών παραγόντων, αλλά όχι μόνο - υπάρχουν, για παράδειγμα, και οι αυτόνομες ανάγκες του ελληνικού κεφαλαίου να παραχθούν, επιτέλους, αποτελέσματα, τα οποία δεν μπορούσε να τα πετύχει τα προηγούμενα χρόνια σε εργασιακά, δημόσιο, ασφαλιστικό, υγεία, παιδεία κ.λπ. - ανοίγει ένα χρονικό διάστημα όπου πρέπει να αναμένουμε και άλλα αντίστοιχα επεισόδια. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, εξάλλου, που μπορεί να επηρεάσουν, όπως πιστωτικά συμβάντα αλά Ντουμπάι, η παρατηρούμενη αύξηση των ελλειμμάτων και του ύψους του χρέους πέραν των κριτηρίων Μάαστριχτ σε όλα τα κράτη της ευρωζώνης, οι ρυθμοί εξόδου των κρατών από την κρίση κλπ.

*Μπορεί αυτή η πολιτική να μείνει αλώβητη από τα προβλήματα που δημιουργεί και τις αντιδράσεις που προκαλεί;
-Από μια άλλη οπτική, η πολιτική που διαμορφώνει η Ευρώπη, έκθεσης των κρατών σε κίνδυνο με στόχο την εθελούσια συμμόρφωση, συνιστά μια λεπτή ισορροπία η οποία ενδέχεται, σε συνάρτηση με τυχαία γεγονότα, να οδηγήσει σε αυτοτροφοδοτούμενες πεποιθήσεις και στοιχισμένες συμπεριφορές των ατομικών κεφαλαίων, έτσι ώστε, αν δεν διερευνήσουν την αντοχή της Ελλάδας, να διερευνήσουν την αντοχή άλλου κράτους. Θα μπορούσαμε, άραγε, να φανταστούμε την πλευρά του κεφαλαίου να υπάγεται εθελούσια ή όχι σε ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, που θα υπηρετεί τις ανάγκες των πολλών; Δύσκολο με τους σημερινούς συσχετισμούς δυνάμεων. Αλλά, όμως, αυτοί είναι που πρέπει να αλλάξουν.

* Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει πολιτική οικονομία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
ΕΠΟΧΗ,  Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009
http://www.epohi.gr/portal/component/content/article/15/4126

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Όταν το ΠΑΣΟΚ συνάντησε τον Φουκουγιάμα. Όψεις της αναμενόμενης οικονομικής πολιτικής του


Όταν το ΠΑΣΟΚ συνάντησε τον Φουκουγιάμα
Όψεις της αναμενόμενης οικονομικής πολιτικής του


Νεοφιλελευθερισμός χωρίς όρια


ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ

ΕΛΕΝΑ ΠΑΝΑΡΙΤΗ, Ευημερία δίχως όρια. Δημιουργώντας αγορές ακινήτων με εμπιστοσύνη, Προλεγόμενα: Φράνσις Φουκουγιάμα, εκδόσεις Λιβάνη, σελ. 271


Η κ. Παναρίτη είναι υποψήφια βουλευτής στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ (ενώ συζητήθηκε και η τοποθέτησή της στην πρώτη θέση). Το βιβλίο της φέρει τον τίτλο Ευημερία δίχως όρια (Prosperity Unbound ο αγγλικός τίτλος – για να μη δημιουργούνται κακοί συνειρμοί με τον ύποπτο για κεϋνσιανισμό και κρατική παρέμβαση όρο welfare) και τον υπότιτλο Δημιουργώντας αγορές ακινήτων με εμπιστοσύνη.
Ο υπότιτλος προδιαθέτει τον υποψήφιο αναγνώστη για ένα τσελεμεντέ συνταγών οργάνωσης μιας αποτελεσματικής αγοράς δικαιωμάτων ακίνητης περιουσίας. Ωστόσο, και δεν πρόκειται απλά για ένα τσελεμεντέ και ο υπότιτλος στοχεύει σε ένα συγκεκριμένο κοινό, στόχευση η οποία θα γίνει σαφής στη συνέχεια αυτού του κειμένου.

Οικοδομώντας θεσμούς για τις αγορές

Η Παγκόσμια Τράπεζα, εργοδότης της συγγραφέως για ένα διάστημα είχε εκδώσει το 2002 μία αναφορά με τίτλο Οικοδομώντας Θεσμούς για τις Αγορές (Building Institutions for Markets). Οι επεξεργασίες αυτής της αναφοράς διαπιστώνουν ότι η εμπορευματοποίηση τομέων, η δημιουργία αγορών δεν επαρκεί για τη λειτουργία του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος και επιχειρηματολογούν ότι απαιτείται να υπάρξουν και οι κατάλληλες θεσμικές «μεταρρυθμίσεις», η κατάλληλη αλλαγή της κοινωνίας και των κινήτρων των ανθρώπων, ώστε η κοινωνική οργάνωση να είναι συμβατή με τις αγορές.
Δεν πρόκειται για καινούργια ιδέα, ότι η συγκρότηση των αγορών βασίζεται στην ισχυρή και συνεχή παρέμβαση του κράτους, ώστε αυτές να συνεχίσουν να υπάρχουν και ότι η λειτουργία τους συνεπάγεται τη βαθμιαία υποταγή άλλων θεσμών και κοινωνικών λειτουργιών στις ανάγκες λειτουργίας των αγορών. Ωστόσο, για τους ιππότες των «μεταρρυθμίσεων» πρόκειται για μία ιδέα που αρχίζει να συστηματοποιείται στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και επιπρόσθετα εκφέρεται σε επίπεδο διαμορφωτών πολιτικής, που έχουν την ισχύ προγραμμάτων χρηματοδότησης και κατάλληλης οργάνωσης πιέσεων σε περιβάλλον ιδεολογικής ηγεμονίας της κυριαρχίας των αγορών.
Ο χρόνος έκδοσης της αναφοράς από την Παγκόσμια Τράπεζα δεν είναι τυχαίος. Είναι μετά τις διαδοχικές κρίσεις, που εκκινούν από το 1994-95 στο Μεξικό περνάνε το 1997 στην Ασία, το 1998 στη Ρωσία και καταλήγουν στη κατάρρευση της Αργεντινής το 2001, που συγκλόνισαν δηλαδή σημαντικές χώρες εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου πειραματισμού: Λατινική Αμερική, Ρωσία και πρώην ανατολικό μπλοκ, «τίγρεις» της Ασίας.
Τη χρονική εκείνη στιγμή, η «πρώτη γενιά μεταρρυθμίσεων», που περιλάμβανε μακροοικονομική σταθεροποίηση, ιδιωτικοποιήσεις, αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, έτσι ώστε να οργανωθεί η διεθνής χρηματοδότηση, άνοιγμα στο διεθνές εμπόριο, ελαστικοποιήσεις της αγοράς εργασίας κλπ. έδειχνε ότι δεν επαρκεί για να εγγυηθεί την οργάνωση πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Επομένως, όπως κάθε καλό ουτοπικό πρόγραμμα που σέβεται τον εαυτό του, η αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας φροντίζει να πει ότι δεν φταίει σε τίποτα η «πρώτη γενιά» οικονομικών πολιτικών αλλά η πραγματικότητα που δεν είναι συμβατή με αυτές. Και για να καταστήσουμε συμβατή την πραγματικότητα απαιτείται, μια «δεύτερη γενιά μεταρρυθμίσεων», που εμβαθύνει την πρώτη (αναμένουμε με ενδιαφέρον την αναβάθμιση της «δεύτερης γενιάς», αφού υπέστη σοβαρό πλήγμα με την κρίση του 2008 και αυτό δεν κρύβεται και στο βιβλίο της κ. Παναρίτη, που είχε ολοκληρωθεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης). Τα προηγούμενα περιγράφουν και τον θεωρητικό ορίζοντα του βιβλίου της κ. Παναρίτη, αν και η ίδια εργάστηκε μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη διαμόρφωση της «δεύτερης γενιάς» μεταρρυθμίσεων.
Η απολογητική των αποτυχιών της «πρώτης γενιάς μεταρρυθμίσεων» είναι εμφανής σε όλη την έκταση του βιβλίου. Σταχυολογώντας, διαπιστώνουμε την υπεράσπιση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος: η «πρώτη γενιά» ήταν επιτυχής (σ. 73). Ωστόσο οι επιτυχίες δεν παγιώθηκαν γιατί δεν εφαρμόστηκε πλήρως ο δεκάλογος της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον (σ. 240), αλλά κυρίως επειδή δεν οργανώθηκαν οι κατάλληλοι θεσμοί (σ. 73-4) και αυτό αφορά, πέραν της Λατινικής Αμερικής, την κρίση της Ρωσίας το ’98 (σ. 218) ακόμη και την κατάρρευση των «τραπεζικών» πυραμίδων στην Αλβανία (σ. 222). Η αιτία βρίσκεται στο ότι η κοινωνία δεν κατέστη συμβατή με την αγοραία οργάνωση της οικονομίας – η οποία ωστόσο είχε μαζικά προπαγανδιστεί ως λύση για την υπάρχουσα κοινωνία.
Αλλά η σημασία του βιβλίου δεν εξαντλείται με αυτά. Σε αυτό το σημείωμα μάς ενδιαφέρει το βιβλίο της, από την άποψη γνωριμίας με τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής που εκφέρει μία υποψήφια με το ΠΑΣΟΚ, «παραλίγο» πρώτη, στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Η εμπιστοσύνη σε ένα επιχειρηματικό μεγα-σχέδιο

Ο Ντε Σότο, το 2000, υπολόγισε ότι στην άτυπη αγορά ακινήτων ανά τον κόσμο δεσμεύονται τουλάχιστον 9,3 τρις δολάρια. Δεν έχει εδώ μεγάλη σημασία το ακριβές ποσό, αλλά το μέγεθος αυτής της αγοράς. Το ότι είναι άτυπη σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τυπικά και σαφή δικαιώματα ιδιοκτησίας και επομένως τα ακίνητα που εμπλέκονται σε αυτή (που αφορούν και τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα) δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο αγοραπωλησίας σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο διεθνούς επένδυσης ούτε να δοθούν για αυτά ενυπόθηκα δάνεια. Αν αυτή η άτυπη αγορά μετασχηματιζόταν σε τυπική, δυνητικά θα αποτελούσε βάση για αντίστοιχο τραπεζικό δανεισμό. Πρόκειται προφανώς για ένα μεγα-σχέδιο, τόσο για τον τραπεζικό τομέα όσο και για τους επενδυτές στην αγορά ακινήτων.
Πώς μπορεί να οργανωθεί αυτός ο τραπεζικός δανεισμός; Πολύ απλά, στο βαθμό που μπορείς να βάλεις υποθήκη το σπίτι σου ή τα περιουσιακά στοιχεία μιας κρατικής επιχείρησης, δηλαδή έχεις τυπικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, παίρνεις δάνειο από μία τράπεζα η οποία συγκεντρώνει πολλά τέτοια δάνεια και τα τιτλοποιεί, πουλάει τους τίτλους κατόπιν σε όποιον ενδιαφέρεται και το παιχνίδι συνεχίζεται. Θα μου πείτε, αυτή η διαδικασία θυμίζει τον τρόπο που δημιουργήθηκε η κρίση του 2008, η χειρότερη μετά το ’29. Βεβαίως, πλην όμως αυτή είναι η πρόταση της Παναρίτη. Σε πληθώρα σελίδων το σχήμα που προβάλλει είναι το παρακάτω:
Το άτυπο μετατρέπεται σε τυπικό δικαίωμα. Επομένως, είναι διασφαλισμένο και εμπορεύσιμο. Κατά συνέπεια, από τη μία πλευρά έχουμε αύξηση κινητικότητας των εργαζομένων και από την άλλη έχουμε αύξηση τής χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα στη βάση ενυπόθηκου δανεισμού. Το κράτος επίσης βγαίνει κερδισμένο, διότι έχει έσοδα από τα κέρδη που δημιουργούνται στην αγορά (σ. 103, 112, 52).
Αλλά το βιβλίο δεν σταματάει εδώ. Πλέκει τον ύμνο στα subprime δάνεια που χορηγούσαν αμερικανικές τράπεζες, όπως η Bank of America (σ. 193-5). Πρόκειται για σοβαρούς ιδιώτες εταίρους, που συνδέουν το διττό στόχο της κερδοφορίας και της κοινωνικής προσφοράς, μέσω των προγραμμάτων χρηματοδότησης στέγης φτωχών στρωμάτων! Επομένως, η συγκεκριμένη πρόταση οικονομικής πολιτικής του βιβλίου είναι η μεγέθυνση του μηχανισμού που δημιούργησε τη κρίση. Εδώ, δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα.

Ο αναδασμός της γης πλήττει την περηφάνια

Το βιβλίο εκθέτει το πεδίο εφαρμογής του προγράμματος θεσμικής αλλαγής, ώστε τα άτυπα δικαιώματα να μετασχηματιστούν σε τυπικά. Είναι το Περού τη δεκαετία του Φουτζιμόρι, από το 1990 έως το 2000. Το Περού των «εξαφανισμένων» και των βασανισμών, των δύο αντάρτικων (Φωτεινό Μονοπάτι και Τουπάκ Αμάρου), της καθαίρεσης του κογκρέσου το 1992, της νοθείας του 2000 από τον δημοκράτη πρόεδρο, που τελικά ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιαπωνία για να μην διωχθεί. Το Περού των μεγάλων ανισοτήτων, όπως όλη η Λατινική Αμερική – πλην όμως με υπερδεκαπλασιασμό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα κάτω από ένα δολάριο ημερησίως μεταξύ του 1990, πριν ξεκινήσει η «πρώτη γενιά μεταρρυθμίσεων», και του 2000, όταν δραπέτευσε ο Φουτζιμόρι. Αν εξαιρέσουμε τη γνώριμη απέχθεια των νεοφιλελεύθερων σε κάθε πρόταση αναδιανομής του εισοδήματος από τους πάνω προς τους κάτω –γιατί στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και τη θεωρητική συμπάθεια που έχουν στο άσχετο με το αίτημα μίας δίκαιης διανομής του εισοδήματος επιχείρημα, ότι μόνο αν μεγαλώσει η πίτα θα υπάρξει λιγότερη φτώχεια (που η κ. Παναρίτη επαναλαμβάνει μονότονα στη σ. 201)– αυτοί οι δείκτες είναι ίσως ο λόγος που εν έτει 2007, μιλώντας για μια Λατινική Αμερική που βράζει από τις εισοδηματικές ανισότητες, η κ. Παναρίτη αναγνωρίζει ότι υφίσταται κάποιο πρόβλημα (σ. 74) του οποίου η λύση φυσικά θα είναι η δημιουργία τυπικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας (σ. 117), εφόσον θα μεγαλώσει κάποτε η συνολική πίττα. Έτσι, το ζήτημα των εισοδηματικών ανισοτήτων στη Λατινική Αμερική το διέρχεται με τρείς μόνο φράσεις: άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.
Η κ. Παναρίτη εργάστηκε για την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώθηκαν από την Αγροτική Μεταρρύθμιση στο Περού, η οποία, παράλληλα με τον αναδασμό της γης, δημιούργησε σχήματα κοινής ιδιοκτησίας (που φυσικά δεν προσιδιάζουν στις επιθυμίες των επενδυτών, εγχώριων και διεθνών, διότι συνοδεύονται από αναχρονιστικές ιδέες, όπως ότι «την αγροτική γη πρέπει να την κατέχει όποιος την καλλιεργεί» ή ότι η γη αποτελεί κοινωνικό αγαθό και όχι χρηματοπιστωτική επένδυση ή μέσο αποθησαυρισμού, βλ. σ. 143). Το παρακάτω απόσπασμα, μιλάει μόνο του για τις ιδεολογικές θέσεις που διαπερνούν το βιβλίο (οι υπογραμμίσεις δικές μου):

«Η νέα αγροτική πολιτική [της Αγροτικής Μεταρρύθμισης] προκάλεσε σύγχυση ως προς τα κίνητρα, εξαλείφοντας την υπερηφάνεια της ιδιοκτησίας μεταξύ των νεοϊδρυθέντων συνεταιρισμών, με αποτέλεσμα η παραγωγή να δοκιμάζεται.
Όταν τελείωσε η Αγροτική Μεταρρύθμιση, η οικογένεια Ολατσέα απέκτησε πάλι μέρος της γης που αρχικά της ανήκε. Υπό την κατοχή της περιήλθαν μόλις 180 εκτάρια, τα οποία ήταν αρκετά για την επιστροφή της παραγωγικότητας στα προηγούμενα επίπεδά της. Σήμερα, το κρασί της Τακάμα εξάγεται σε υψηλών απαιτήσεων καταναλωτικές αγορές στις ΗΠΑ, στη Βρετανία και αλλού. Τα ξινά σταφύλια αποτελούν παρελθόν» (σ. 144).


Η οργάνωση μιας μάχιμης θέσης

Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που γράφτηκε για να διεκδικήσει θεωρητικές δάφνες, αλλά για ένα κείμενο το οποίο εκθέτει την οργάνωση μιας μάχιμης θέσης. Μία μάχιμη θέση που καταθέτει τους λόγους της, παραδείγματα μάχης, καθώς και την κατάλληλη οργάνωση: μία μάλλον ασύμμετρη τακτική οργάνωση, που θυμίζει αντάρτικο εναντίον ενός κοινωνικού σχηματισμού με διεθνείς εφεδρείες.
Το διακύβευμα είναι να αποκτήσει κατάλληλο βάθος το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα μέσω της «δεύτερης γενιάς μεταρρυθμίσεων». Βέβαια, η οργάνωση τυπικών δικαιωμάτων στοχεύει σχεδόν αποκλειστικά στην ανάπτυξη μιας εύρωστης αγοράς ακινήτων, έτσι ώστε να δραστηριοποιηθούν οι ιδιώτες επενδυτές (σ. 188). Ωστόσο, δεν πρόκειται για δευτερεύουσα μάχη, εφόσον αποτελεί εργαλείο για την εμπέδωση του υποδείγματος (π.χ. δημιουργεί πολίτες που έχουν ειδικά συμφέροντα, οικοδομεί ένα νέο νομικό πλαίσιο κατάλληλο για την αγορά, έρχεται σε σύγκρουση με θεσμούς και οργανισμούς, με άλλα ειδικά συμφέροντα – όπως αυτών που αντιδρούν στην τυπική οργάνωση της αγοράς, φέρνοντας «ύπουλα» προσκόμματα, όπως το Σύνταγμα της χώρας, βλ. σ. 162).
Το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην αντίληψη περί δημοκρατίας, που οφείλει να φέρει αυτό το αντάρτικο που οργανώνει ο ιππότης «μεταρρυθμιστής» και οι σύμμαχοί του. Λέμε ο ιππότης «μεταρρυθμιστής», επειδή στο βιβλίο το υποκείμενο των αλλαγών είναι η φιγούρα του «μεταρρυθμιστή» που έρχεται απ’ έξω και πρέπει να οργανώσει τις κατάλληλες συμμαχίες για να πετύχει τη «μεταρρύθμιση». Σταχυολογώ:
«Η δημοκρατία παίζει κεντρικό ρόλο στο εγχείρημα αλλά μιλάμε για την ιδέα της οικονομικής φωνής και επιλογής και όχι απλά για μία ψήφο στην οικονομική αναμέτρηση» (σ. 201).
Ο «μεταρρυθμιστής» σήμερα έχει πιο δύσκολο έργο σε σχέση με αυτό της «πρώτης γενιάς». Τότε, απαιτούνταν ολιγομελείς ομάδες αποφάσεων, που εφάρμοζαν τις «μεταρρυθμίσεις» από πάνω προς τα κάτω, χωρίς να χρειάζεται να ανακατεύονται πολλοί στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (σ. 74). Τώρα όμως πρόκειται για πιο δύσκολο και μακρόχρονο σχέδιο. Πάλι πρέπει να βρει μια κρίσιμη μάζα πολιτικής υποστήριξης: π.χ. έναν αφοσιωμένο κρατικό ηγέτη που θα πείσει ότι κάνει το καλό για τον «απλό» άνθρωπο (σ. 199).
Θα πρέπει να εξετάσει επίσης ποιοι θα εμπλακούν στο σχέδιο και ποιοι πολίτες, ή ποιες εταιρείες από τον ιδιωτικό τομέα έχουν συμφέρον – εδώ τοποθετείται και το παράδειγμα της Bank of America στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, εφόσον η χρηματοδότηση στη βάση ενυπόθηκων δανείων δημιουργεί ένα σημείο μη-αντιστροφής της «μεταρρύθμισης», όπως εκτιμά η συγγραφέας (σ. 173-4). Να επιλέξει το χρόνο ώστε να βρει τη μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει ο κυβερνητικός τομέας να έχει πολιτικές, π.χ. παροχής φτηνής στέγης, που δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά εμποδίζοντας τον ιδιωτικό τομέα να επενδύσει (σ. 25, 68, 130). Να βρει επίσης την πηγή ισχύος της αντιπολίτευσης και να την αντιμετωπίσει. Να καθορίσει την επανασχεδίαση των συμμαχιών, αν απαιτηθεί, ή και την αναθεώρηση της «μεταρρύθμισης», αν αναφύονται προβλήματα στην υλοποίησή της, και σε κάθε περίπτωση να αποβλέπει στη δημιουργία μιας αγοράς που θα δημιουργήσει την κρίσιμη μάζα μη-επιστροφής, κ.ο.κ.
Φυσικά, αυτή η θέση μάχης έχει και άλλα πολιτικά οφέλη (σ. 186, 210): Στο Περού για παράδειγμα βοήθησε στον περιορισμό της υποστήριξης προς τους αντάρτες και δημιούργησε την επιθυμία για «εναλλακτική διακυβέρνηση» (όπως διαπίστωνε και το CATO, το γνωστό ινστιτούτο που είναι στρατευμένο στην υπεράσπιση των ιδεών της ελευθερίας και της δημοκρατίας μαζί με διάφορες χούντες της Λατινικής Αμερικής). Το βιβλίο της Παναρίτη αποτελεί λοιπόν ένα εγχειρίδιο «κοινωνικής μηχανικής», έτσι ώστε οι αντιστάσεις που εγείρονται καθώς επελαύνουν οι αγορές να κάμπτονται, οργανώνοντας το κοινωνικό τοπίο με κατάλληλο –αγοραίο– τρόπο.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη δημοκρατία; Πολύ μακρινή! Όπως και ο νεοφιλελευθερισμός.


Πρακτική πολιτική και κοινωνικές συμμαχίες

Το βιβλίο προλογίζει ο Φράνσις Φουκουγιάμα, γνωστός από την εξαγγελία του «Τέλους της Ιστορίας» μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Καλωσορίζει το βιβλίο επειδή αφενός μεν στηρίζεται στην ιδεολογική δικαιολόγηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας αφετέρου δε, το σημαντικότερο, επειδή προτείνει κατευθυντήριες γραμμές στα πρακτικά/πολιτικά ζητήματα επιβολής των «μεταρρυθμίσεων»: Δείχνει τρόπους για να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που έχουν «οι έξωθεν οργανισμοί ανάπτυξης και οι δωρητές» να «παρεμβαίνουν στην τοπική πολιτική σκηνή με τρόπους που να φτάνουν στις ρίζες των θεσμικών δυσλειτουργιών», που δημιουργούν προβλήματα στο αγοραίο υπόδειγμα.
Επιπλέον, ο κ. Λεοτιέ, εκ των αντιπροέδρων της Παγκόσμιας Τράπεζας, στον πρόλογό του επισημαίνει τους βασικούς πυλώνες της κοινωνικής συμμαχίας που οραματίζεται το βιβλίο: Τους διαμορφωτές πολιτικής, τους «ανήσυχους πολίτες», που ψάχνουν τρόπους να διασφαλίσουν τις αποταμιεύσεις τους και τις επενδύσεις τους και θέλουν «να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί» και φυσικά τους επενδυτές ακίνητης περιουσίας που ερευνούν νέες αγορές.


Σπύρος Λαπατσιώρας
Λέκτορας στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης

  04/10/2009, ΑΥΓΗ

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η κρίση και οι μασκοφόροι του νεοφιλελευθερισμού,

 Αυγή, Μάιος 2009

 
Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Σπύρος Λαπατσιώρας και Γιάννης Μηλιός

Θέση 1: Η οικονομική κρίση η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι δεν εκτυλίσσεται στον κενό χώρο κάποιας οικονομίας διαχωρισμένης από το σύνθετο όλο των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών που συνθέτουν τις κοινωνίες. Οι πολιτικές αποφάσεις επηρεάζουν την κατεύθυνση, τις μορφές διάχυσης και την ένταση της κρίσης.
Θέση 2: Ένα απλουστευμένο σχήμα, μέσω του οποίου μπορούμε να καταλάβουμε την αποτελεσματικότητα και την ισχύ των νεοφιλελεύθερων πολιτικών είναι το εξής. α) Η λειτουργία των διεθνών χρηματοπιστωτικών (ΧΠ) αγορών συγκροτεί ένα χάρτη αποδόσεων για κάθε ατομικό κεφάλαιο. Οι επιχειρήσεις για να έχουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης ή αναχρηματοδότησης του χρέους τους ελέγχονται από το ΧΠ σύστημα για τις πολιτικές που ακολουθούν ώστε να εξασφαλίζεται κανονική μελλοντική κερδοφορία. Ο έλεγχος διαμεσολαβείται από μορφές πληροφόρησης και αξιολόγησης (εταιρίες αξιολόγησης, πιστωτικής αξιοπιστίας ή άλλα τμήματα του ΧΠ συστήματος) αυτών των πολιτικών. Τα κράτη ομοίως υπόκεινται σε έλεγχο με βάση κριτήρια εμπέδωσης και εμβάθυνσης των νεοφιλελευθέρων πολιτικών. Η ποινή για κάθε τι που κλονίζει την εμπιστοσύνη των αγορών στην ικανότητα ενός κράτους να ασκήσει νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αφορά το ύψος των επιτοκίων που καλούνται να πληρώσουν ή την ίδια τη δυνατότητα αναχρηματοδότησης χρέους ή έκδοσης νέου χρέους. Επομένως η σύγχρονη μορφή του ΧΠ συστήματος, δηλαδή η διαχείριση της χρηματοδότησης για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος μέσω των ανώνυμων μηχανισμών του διεθνοποιημένων και απελεύθερων αγορών χρέους, οι ιδιωτικοποιήσεις πάσης φύσεως (κράτη) και τα προγράμματα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας ή η συμπίεση των μισθών (επιχειρήσεις) πάνε χέρι-χέρι. Το κάθε ένα αποτελεί συνθήκη και αποτέλεσμα του άλλου.
Θέση 3: Η τρέχουσα κρίση έπληξε τη δυνατότητα αυτού του συστήματος να αναπαράγεται διευρυμένα. Η κρίση αυτή δεν εμφανίστηκε σε κενό χώρου ή χρόνου. Έπληξε το κέντρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ΗΠΑ, Λονδίνο) και συγχρόνως εμφανίστηκε μετά από μία σειρά κρίσεων τα προηγούμενα χρόνια (Μεξικό, Νοτιοανατολική Ασία, Ρωσία, Βραζιλία, Αργεντινή).
Αρχικά έπληξε κλάδους που άμεσα συνδέονταν με το ΧΠ σύστημα σε διεθνές επίπεδο: Τράπεζες, αγορές χρήματος, hedge funds, ασφαλιστικές εταιρείες κλπ. Στη συνέχεια, κλάδους με άνισο τρόπο στις διάφορες χώρες, που άμεσα εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση του ΧΠ συστήματος. Επειδή προήλθε από, και συγχρόνως έπληξε τα στοιχεία που συνθέτουν τον πυρήνα του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, αποτελεί συστημική κρίση, που αφορά κάθε κοινωνικό σχηματισμό ή περιφερειακό μπλοκ.

Οι μασκαράδες στην Ευρώπη

Καθώς διαμορφωνόταν η ατζέντα της συνόδου των G20, κρίσιμο πολιτικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης, από τη σκοπιά των μισθωτών, αποτέλεσε η άρνηση της Ευρώπης να συναινέσει σε μία συντονισμένη διοχέτευση δημόσιου χρήματος στην οικονομία. Πρόκειται για μία απόφαση η οποία βαθαίνει την κρίση τόσο στις κοινωνίες της Ευρώπης όσο και παγκόσμια.
Προηγήθηκε βέβαια η απόφαση της Κομισιόν για περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, η άρνηση να υπάρξει δανεισμός των κυβερνήσεων είτε κατευθείαν από την ΕΚΤ (όπως γίνεται στις ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία) είτε μέσω ενός ευρωομολόγου. Προηγήθηκε η άρνηση διαμόρφωσης ευρωπαϊκών μηχανισμών αλληλεγγύης: κάθε κράτος-μέλος θα τα βγάλει πέρα μόνο του.
Κάθε αύξηση των δημοσίων δαπανών σημαίνει αύξηση του χρέους και των ελλειμμάτων. Αλλά ειδικά για την ΕΕ σημαίνει και ζητήματα που αφορούν το θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης. Το ευρωομόλογο είναι ένας θεσμικός μετασχηματισμός. Και μία πολιτική συντονισμένων δημοσίων δαπανών συνδέεται με τέτοιου είδους θεσμικούς μετασχηματισμούς.
Τέτοιοι μηχανισμοί χρηματοδότησης φοβίζουν τους εκπροσώπους του νεοφιλελευθερισμού: σημαίνουν μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας για τα κράτη από τον έλεγχο των αγορών. Ακυρώνεται δηλαδή ένας βασικός μηχανισμός εμπέδωσης του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος, όπως είδαμε στη 2η θέση. Θα μπορεί η Ελλάδα, π.χ., να ζητήσει δανεισμό από την ΕΚΤ χωρίς να πρέπει να ακολουθήσει το πρόγραμμα λιτότητας που ακολουθεί για να πείσει τις αγορές να τη δανείσουν;
Η άνοδος του χρέους και των ελλειμμάτων επίσης τους φοβίζει: Διότι, έστω  μετά την κρίση, θα πρέπει να φορολογηθούν (και) τα μεγάλα εισοδήματα και οι επιχειρήσεις, επομένως θα πληγεί η κοινωνικο-πολιτική βάση του νεοφιλελευθερισμού, με την αλλαγή του μοντέλου διανομής του εισοδήματος.
Μία τέτοια παρέμβαση τρομάζει επίσης, γιατί δίνει ένα «κακό παράδειγμα» στους εργαζόμενους σήμερα: Γιατί να χρηματοδοτούνται οι τράπεζες για να παραμείνουν ιδιωτικές και όχι τα καταρρέοντα ασφαλιστικά συστήματα (από τις απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων λόγω μείωσης της αξίας των τίτλων), ή τα συστήματα υγείας και παιδείας, γιατί να μην αυξηθούν τα επιδόματα ανεργίας και η διάρκειά τους;
Γι αυτό το λόγο η γλώσσα τους είναι ανάλογη με εκείνην του Hoover στη δεκαετία του 1930 στις ΗΠΑ (όταν προσπαθούσε να αποτρέψει το New Deal), όσο και αν προσπαθούν να την καλύψουν με δεκάρικους για τη «ρύθμιση του ΧΠ συστήματος»: Πάνω από όλα «υγιής» κρατικός προϋπολογισμός!
Όμως, το ζήτημα της χρηματοδότησης των επισφαλώς εργαζόμενων δεν λύνεται με ρυθμίσεις που θα απαιτούν μεγαλύτερο επιτόκιο για να αντιμετωπιστεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν οι συνθήκες εργασίας τους. Το ζήτημα της χρηματοδότησης των δήμων, των πανεπιστημίων, των ασφαλιστικών ταμείων, των νοσοκομείων δεν λύνεται με αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησής τους έτσι ώστε να μη δημιουργούνται συστημικοί κίνδυνοι, αλλά με πολιτικές που θα οργανώνουν μία οικονομία με κριτήριο τις ανάγκες, και όχι με πλαστικές εγχειρήσεις του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος για την υπεράσπιση των κερδών.
Αυτό που προξενεί έκπληξη είναι η υποβάθμιση της σημασίας αυτής της πολιτικής στα λαλίστατα κατά τα άλλα ευρωπαϊκά και ελληνικά ΜΜΕ, η άρνησή τους να συγκρίνουν την τρέχουσα κρίση με την κρίση του 1929, η πλήρης αποσιώπηση της σημασίας ενός πανευρωπαϊκού μηχανισμού αλληλεγγύης. Διαπρύσιοι κήρυκες των δεινών των απελευθερωμένων αγορών μιλάνε μόνο για τον Μέγα Σαρκοζί που καταγγέλλει την «αρρυθμία των αγορών». Το παν είναι να αποσιωπηθούν οι συνέπειες της απόφασης της Ευρώπης, δηλαδή όλων των κυβερνήσεων: Ότι «διέξοδο» αποτελεί η εργασία λάστιχο, οι μισθοί φτώχειας, η εργασιακή ανασφάλεια, οι ιδιωτικοποιήσεις και η υπόσχεση του πιο επαχθούς δανεισμού στο μέλλον για την ικανοποίηση των αναγκών.
Αυτή η νεοφιλελεύθερη πολιτική μπορεί να ανατραπεί. Η συγκυρία παρέχει τη δυνατότητα να ακούσουν οι εργαζόμενοι τις προτάσεις της Αριστεράς για κοινωνικό έλεγχο του ΧΠ συστήματος και της οικονομίας, για παρεμβάσεις και λύσεις με βάση την ελευθερία ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και όχι τον ψυχαναγκασμό του κέρδους.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ…

Ολόκληρο το κειμένο το οποίο δημοσιέυτηκε συντομευμένο στην Αυγή, 29/03/2009 
(http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=445310)




Ο δρόμος για την κόλαση….


Σπύρος Λαπατσιώρας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε συντομευμένο στην Αυγή 2009/03/29


Σύμφωνα με τον Τσέχο πρωθυπουργό Topolanek και πρόεδρο της ΕΕ οι μεγάλες δημόσιες δαπάνες, που πραγματοποιεί ο Obama και ζητά να υιοθετήσουν και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις των G20, για να ανακάμψει η παγκόσμια οικονομία  αποτελούν «δρόμο για την κόλαση».
Ο χαρακτηρισμός «δρόμος για την κόλαση» αποτελεί απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση που αφορά την παγκόσμια κοινότητα: «ποια είναι η κατάλληλη πολιτική για την έξοδο από την κρίση»;
Η απάντηση των ΗΠΑ είναι «από κοινού και συντονισμένα μεγάλες δημόσιες δαπάνες με στόχο την σημαντική αύξηση της ζήτησης»: δεν μπορεί μία χώρα μόνο να αναλάβει το έργο εξόδου της παγκόσμιας οικονομίας από την κρίση.
Αυτή η πολιτική είναι που χαρακτηρίζεται «δρόμος για την κόλαση» από τους Ευρωπαίους γραφειοκράτες και πολιτικούς ηγέτες. Χωρίς άκομψες διατυπώσεις οι θεσμικοί παράγοντες της ΕΕ και προπάντων οι Μέρκελ και Σαρκοζύ, πρωθυπουργοί της Γερμανίας και της Γαλλίας, δηλώνουν ότι η απάντηση των ΗΠΑ δημιουργεί μελλοντικούς κινδύνους πολύ σοβαρούς. Η Ευρώπη απαντά διαφορετικά, συνδέοντας δύο διαφορετικά ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι οι δαπάνες της ΕΕ αρκούν προς το παρόν και πρέπει να περιμένει κανείς να εκτελεστούν για να φανεί η απόδοσή τους και η πιθανή ανάγκη νέων μέτρων. Το δεύτερο είναι ότι ο οποιοσδήποτε συντονισμός με τις ΗΠΑ δεν αφορά τις δαπάνες. Ας αποφασίσουν οι ΗΠΑ τις δαπάνες θα κάνουν στον επικίνδυνο δρόμο που ακολουθούνε. Στο κάτω-κάτω, όπως έχει ειπωθεί, οι ΗΠΑ δημιούργησαν το πρόβλημα άρα αυτές πρέπει να επωμιστούν και τα μεγαλύτερα βάρη για να το λύσουν
Γιατί η Ευρώπη δίνει αυτή την απάντηση η οποία ως πυρήνα της έχει το γνήσιο πνεύμα της συνθήκης των Βερσαλλιών (ο χαμένος να πληρώσει τους υπόλοιπους) και επομένως φαίνεται να επωμίζεται και τις συνέπειες ενός τέτοιου πνεύματος; Την εμβάθυνση της ύφεσης σε όλο τον κόσμο; Η στάση της Ευρώπης κατά πρώτον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υστερόβουλη: οι ΗΠΑ θα πληρώσουν ούτως ή άλλως και αν περιμένουμε θα ανακοπεί η ένταση της κρίσης με τα λεφτά άλλων. Αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
Όταν λέμε Ευρώπη με πολλούς τρόπους πρέπει να σκεφτόμαστε τη Γερμανία. Όχι μόνο λόγω του οικονομικού μεγέθους, της δημοσιονομικής ευχέρειας που έχει και των μεγάλων πλεονασμάτων από το εξωτερικό εμπόριο όντας πρώτη εξαγωγική δύναμη αλλά και λόγω του ότι τους προηγούμενους μήνες αυτή έδωσε τον τόνο και καθόρισε το κανόνα της πολιτικής της Ευρώπης επαναφέροντας στην τάξη όσους φλέρταραν (μεταξύ άλλων Σαρκοζί, Ανατολική Ευρώπη – το μεγαλύτερο εξαγωγικό της εταίρο) με την ιδέα μίας πιο ενεργούς παρέμβασης της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της παγκόσμια οικονομικής κρίσης.
Η Ευρώπη αποτυγχάνει να αναγνωρίσει το βάθος της κρίσης και το σημείο καμπής που σημειώνει ο ιστορικός χρόνος. Όχι μόνο απορρίπτει την απάντηση των ΗΠΑ – δεν συζητάμε για άλλους δρόμους προς την κόλαση όπως του Τσάβες που αυξάνει κατά 20% τον κατώτατο μισθό ως απάντηση στη κρίση με δεδομένη τη μείωση της τιμής του κύριου εξαγωγικού προϊόντος, του πετρελαίου – αλλά ακυρώνει τη σύνοδο για την απασχόληση το Μάιο όταν στην Ευρώπη τουλάχιστον 6 εκατομμύρια εργαζόμενοι αναμένεται να χάσουν τη δουλειά τους τα επόμενα δύο χρόνια, όταν η ύφεση χτυπάει τη πόρτα της με περισσότερη ένταση από αυτή των ΗΠΑ (στη Γερμανία η πτώση του ΑΕΠ το 2009 εκτιμάται πάνω από 4% όταν στις ΗΠΑ είναι γύρω στο 3%, στην Ισπανία η ανεργία οδεύει για 20% το 2010, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κινείται μεταξύ 10% και 20% για της χώρες της Ευρωζώνης, το εμπόριο συστέλλεται επίσης με διψήφια νούμερα, στην Ελλάδα και την Ιταλία τίθενται ζητήματα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και στη πρώτη ασκείται πολιτική η οποία επιδεινώνει την ύφεση)
Μία εξήγηση γι’ αυτή την ιστορική αποτυχία είναι ότι η κρίση πρώτα χτύπησε τις ΗΠΑ και καθυστέρησε να φτάσει στην Ευρώπη. Ειδικά όταν έφτασε στη Γερμανία στις αρχές του 2009, δεν βρήκε ούτε υψηλές τιμές ακινήτων, ούτε υψηλό χρέος νοικοκυριών και δεν έπληξε το κατασκευαστικό τομέα. Έπληξε τομείς που η δημοσιονομική παρέμβαση δεν έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στο εσωτερικό της χώρας. Η πτώση των εξαγωγών, με τη μεγαλύτερη συμβολή στη μεγέθυνση του ΑΕΠ, της Γερμανίας δεν αντιμετωπίζεται με γερμανική δαπάνη ενώ τα προβλήματα της αυτοκινητοβιομηχανίας δεν απαιτούν εκτεταμένα μέτρα. Επομένως την ανάγκη εκτεταμένα αυξημένης δημόσιας δαπάνης η Γερμανία την αντιμετωπίζει με μία υστέρηση χρόνου σε σχέση τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ένας δεύτερος λόγος που πρέπει να πάρουμε υπόψη είναι ότι μία αύξηση των δημοσίων δαπανών άμεσα συνοδεύεται και από αύξηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων. Τα αυξημένα ελλείμματα θέτουν σε δοκιμασία το Σύμφωνο Σταθερότητας και το όριο του 3%. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι με τα τρέχοντα μέτρα το έλλειμμα για τη Γερμανία το 2010 υπολογίζεται από το ΔΝΤ σε 4,6%, για τη Γαλλία σε 6,3%, την Ιταλία 4,3% την Ισπανία 6% και για χώρες με μεγαλύτερη παρεμβατικότητα όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ σε 8,1% και 8,9% αντίστοιχα. Για τη Γερμανία αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον πρώτο η Μέρκελ ψήφισε νόμο ώστε από το 2016 δεν θα επιτρέπονται ελλείμματα στη Γερμανία πάνω από 0,35% του ΑΕΠ και δεύτερο η αύξηση των ελλειμμάτων θέτει σε καθεστώς αμφισβήτησης το όριο του 3% δεδομένου των περιοριστικών πολιτικών που θα πρέπει να ακολουθηθούν αμέσως με το ξεπέρασμα της κρίσης ή στη διάρκειά του (όπως στην Ελλάδα) ώστε να διατηρηθεί. Το αυξημένο δημόσιο χρέος είναι ακόμη πιο σημαντικό. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι με τα υπάρχοντα επίπεδα παρέμβασης, το χρέος θα αυξηθεί για τη Γερμανία σε επίπεδο 80% του ΑΕΠ το 2010 (σε σχέση με 65% το 2007), τη Γαλλία 77% (64%), την Ιταλία 112% (104%), την Ισπανία σε 53% (36%) μικρότερη αύξηση βέβαια από τις ΗΠΑ (90% από 63%) και τις Ιαπωνίας (225% από 195%). Σε κάθε περίπτωση το αυξημένο χρέος θέτει ένα ζήτημα εξυπηρέτησης του. Πέραν της πίεσης που ασκεί στα επιτόκια, αν θεωρήσουμε ότι σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων από τους τίτλους που κατείχαν και επομένως την ανάγκη ενίσχυσης καθώς και με την υπόθεση ότι δεν θα προκύψει ανάγκη περαιτέρω δαπανών σε σχέση με τις υπάρχουσες, θέτει ήδη ζητήματα εγγυήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εξυπηρέτηση του από κάθε χώρα. Εγγυήσεων που τίθενται ήδη από τώρα είτε με τη μορφή έκδοσης ευρωομολόγου είτε με τη μορφή αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτές οι κατευθύνσεις απαιτούν εκτεταμένες αλλαγές της θεσμικής οργάνωσης της ΕΕ. Για παράδειγμα η έκδοση ευρωομολόγου περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας τόσο της Γερμανίας όσο και της Γαλλίας στην άσκηση εθνικών πολιτικών εφόσον αυτές θα αναλάβουν το κύριο βάρος αλλά επίσης αδυνατίζει την πίεση των αγορών πάνω στις πολιτικές των εθνικών κυβερνήσεων της ευρωζώνης. Επομένως από την μία, ο αυτόματος πιλότος προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, ο μηχανισμός υποβάθμισης των αναγκών των κοινωνιών τίθεται υπό αμφισβήτηση με μακροπρόθεσμες συνέπειες ή διαφορετικά θα πρέπει να υπάρξει πανευρωπαϊκός καθορισμός των επιμέρους μακροοικονομικών πολιτικών. Από την άλλη τις αυξημένες δαπάνες της Ευρωζώνης αναλαμβάνει να τις καλύψει ο γερμανικός προϋπολογισμός χωρίς τα αντίστοιχα οφέλη (20% συνεισφορά στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και επιστροφή γύρω στο 12%).
Εδώ αναδεικνύονται και άλλοι κίνδυνοι. Πρώτο, η πίεση για τέτοιου τύπου παρεμβάσεις και ρυθμίσεις καθιστούν την ιδέα του παρόντος ευρωσυντάγματος ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Ένα σύνταγμα που θεσπίζει ως οικονομική πολιτική το νεοφιλελευθερισμό δεν συνάδει με τέτοιες θεσμικές αλλαγές οι οποίες υποσκάπτουν την επέλαση των νεοφιλελευθέρων πολιτικών στην Ευρώπη. Δεύτερο, οι περιοριστικές πολιτικές για μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους μετά την κρίση θέτουν σε δοκιμασία τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Επειδή η υπεράσπιση των πολιτικών της παρούσας γραφειοκρατία και πολιτικής ηγεσίας για ένταση της άνισης διανομής του εισοδήματος (ο Σαρκοζί για παράδειγμα έχει ως πολιτική σημαία την υπόσχεση μείωσης της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και των εταιρικών κερδών) έχει πιθανή συνέπεια ο κόσμος της εργασίας να κληθεί να δεχτεί «μεταρρυθμίσεις» και μειώσεις του εισοδήματος με πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ότι είναι πιθανό να ανεχτεί.
Φαίνεται πιο λογικό, απέναντι σε τάσεις και θεσμικές μετατοπίσεις που δεν αναστρέφονται εύκολα – γιατί να μην δράσουν οι κοινωνίες με αντίστοιχο τρόπο επεκτατικών δημοσίων δαπανών και στη διαφαινόμενη κρίση των ασφαλιστικών ταμείων ή του ευρωπαϊκού συστήματος υγείας ή τη χρηματοδότηση της Παιδείας– να υπάρξει ένας κανόνας εθνικής αναδίπλωσης τόσο για τη Γερμανία όσο και για τη Γαλλία. Κάθε χώρα θα αντιμετωπίσει τη κρίση με ίδια μέσα. Επομένως οι χώρες είτε θα συνεχίσουν να υπόκεινται στον έλεγχο και την τυραννία των αγορών για την αξιολόγηση και χρηματοδότηση της πολιτικής τους για να μη γίνου άφρονες (Ελλάδα, Ιταλία), είτε των περιοριστικών πολιτικών του ΔΝΤ αν χρειαστεί να προσφύγουν σε αυτό. Δεν μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα της Ουγγαρίας να το πληρώνει η Γερμανία. Πρέπει να μεταρρυθμιστεί στη γνωστή κατεύθυνση άρσης του – όμως επειδή θα επιβληθεί ως ανάγκη όχι από τη Γερμανία ή από την ΕΕ, όπως πιθανόν θα απαιτούσαν οι ρυθμιστικές συμφωνίες έκδοσης ευρωομολόγου, αλλά από φυσικές δυνάμεις μη-ελεγχόμενες πολιτικά.
Η πολιτική της ΕΕ αναγκαία συνεπάγεται μία υποτίμηση της διάρκειας και της έντασης της κρίσης αλλά και την ανάπτυξη των πιο επιθετικών πλευρών της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής. Όπως έδειξαν οι τελευταίες σύνοδοι η κρίση πλέον θεωρείται μία ευκαιρία στο βαθμό που δεν συνιστά καταστροφή. Αδυνατίζει τις αντιστάσεις, στο βαθμό που η ανεργία κινείται σε επίπεδα θεωρούμενα διαχειρίσιμα από την πολιτική ηγεσία, ας πούμε μεταξύ 10% και 15%, στην προώθηση των «μεταρρυθμίσεων», στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.
Επομένως δεν υπάρχει άρνηση της Ευρώπης γενικά. Αλλά μία άρνηση του ειδικού συντονισμού, της γενικευμένης παρέμβασης που δημιουργεί θεσμικές ανατροπές ή δίνει τη δυνατότητα εξασθένισης της επέλασης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αποτελεί ένα στοίχημα: να μετατραπεί η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού σε κινητήριο δύναμη εμβάθυνσής του. Τόσο μύωπες που παίζουν με τη καταστροφή, τόσο αλαζόνες που θεωρούν ότι θα επιβάλλουν αβρόχοις ποσί στην κοινωνία μία πολιτική εμβάθυνσης της κρίσης.
Η αλήθεια είναι ότι η Γερμανία αισθάνεται ιδιαίτερα πιεσμένη: της ζητείται όχι μόνο να βοηθήσει τον αναπτυσσόμενο κόσμο (αύξηση συμμετοχής της ΕΕ στα προγράμματα χρηματοδότησης του IMF), όχι μόνο να σώσει την Ανατολική Ευρώπη, αλλά να σώσει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να πολεμήσει και την ύφεση στο εσωτερικό της και παγκόσμια. Πολύ μεγάλο φορτίο. Από την άλλη όμως θέτει στις ΗΠΑ το ίδιο δίλλημα ενισχυμένο: όχι μόνο να σώσουν την οικονομία τους από την ύφεση αλλά και να χρηματοδοτήσουν αυτοί μία παγκόσμια ανάκαμψη (χρηματοδοτώντας μαζί και τον περιορισμό της ύφεσης στην ΕΕ μέσω της αύξησης εισαγωγών) παραιτούμενοι επιπρόσθετα από τα κυριαρχικά δικαιώματα στην πιο ανταγωνιστική βιομηχανία τους (ένα από τα βασικά περιεχόμενα των μέτρων που προτείνει η Ευρώπη για τη ρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος) και επιπρόσθετα να αναλάβουν αγόγγυστα τα παραπάνω χωρίς να εγείρουν ζητήματα προστατευτισμού ή να επιτρέψουν υπερβολικές διακυμάνσεις του δολαρίου. Είναι σαν η Ευρώπη απλά να προσπαθεί για να σώσει τη νεοφιλελεύθερη μορφή του οικοδομήματός της να μεταθέτει τα βάρη διεθνώς αλλού και στο εσωτερικό της στις πλάτες των εργαζομένων των συνταξιούχων και των νέων. Και αν κρίνουμε από τις Βερσαλλίες δεν πρόκειται για ιστορικά δικαιωμένη επιλογή.
Από τη σκουριασμένη γραφειοκρατία και το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης, που αφού καταδίκασαν το νεοφιλελευθερισμό made in USA με παράτες γίνονται οι ιεραπόστολοι του «μόνου γνήσιου» νεοφιλελευθερισμού, με «ανθρώπινο» πρόσωπο όταν απαιτείται, λίγα έχουμε να περιμένουμε για μια κοινωνία αλληλεγγύης. Ο εκβιασμός, η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού ενάντια στην κοινωνία στο εσωτερικό της Ευρώπης, που ασκείται για να κρατηθεί το όραμα Europe Ltd ζωντανό, το στοίχημα της Ευρώπης, εξαρτάται τόσο από το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης όσο και από τις αντοχές των λαών της Ευρώπης. Πόσες χρεωκοπίες κρατών, ανεργία, προγράμματα λιτότητας, πτώση εισοδημάτων φτώχεια και απώλειες ασφαλιστικών ταμείων μπορεί να αντέξει , «στο δρόμο για την κόλαση» που διανοίγει;.
Το σύνθημα για μία άλλη Ευρώπη, με πολιτική, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, που θα θέτει τους πολίτες της και τις ανάγκες τους πάνω από τις αγορές,  ποτέ δεν ήταν περισσότερο επίκαιρο και επιτακτικό από τώρα.

28 Μαρτίου 2009