Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Μονόδρομοι και δημόσιο χρέος.



Μονόδρομοι και δημόσιο χρέος.
Μία άσκηση με μετριοπαθείς υποθέσεις αλλά σε ρήξη με τις ασκούμενες πολιτικές.


Σπύρος Λαπατσιώρας και Γιάννης Μηλιός

Οι εκπρόσωποι και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης της αστικής εξουσίας έχουν χύσει αρκετό μελάνι ώστε να θεωρείται βέβαιο ότι για το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος φταίνε οι μισθοί και το πλήθος των δημοσίων υπαλλήλων, οι συντάξεις και γενικότερα οι δημόσιες δαπάνες ενός μεγάλου κράτους. Έχουν χύσει αρκετό μελάνι για να υποστηρίξουν απόψεις ότι φταίνε οι ξένοι κερδοσκόποι, η «ληστρική» πρακτική τους που είχε στόχο να μας χρεώσει και επομένως συνάγουν την ανάγκη να αμυνθούμε ως έθνος απέναντι σε αυτούς. Έχουν δώσει αρκετό χώρο στην αναζήτηση της προϊστορίας της συσσώρευσης του δημόσιου χρέους: από τον Τρικούπη, μέχρι τον Παπανδρέου και τον Μητσοτάκη, με εκατέρωθεν αλληλοκατηγορίες μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Έχει γίνει αρκετή συζήτηση για τις μίζες, τη διαφθορά, τις αποφάσεις απογραφών που συνέβαλλαν στο χρέος. Η κύρια αιτία όμως για τη συσσώρευση δημόσιου χρέους είναι απούσα από όλη αυτή τη συζήτηση.

Τα ταξικά διακυβεύματα
στη συζήτηση των αιτιών του χρέους

Το δημόσιο χρέος λόγω των υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης θα έπρεπε να έχει μειωθεί κατά πολύ την περίοδο από το 1994 όπου ακολουθήθηκε η πορεία ένταξης στο ευρώ, μέχρι το 2008, το έτος που η κρίση «άγγιξε» την ελληνική οικονομία. Αυτό δε συνέβη. Η ανάλυση των στοιχείων που καθορίζουν τη συσσώρευση δημόσιου χρέους (δαπάνες, έσοδα, τόκοι-επιτόκια, ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ) είναι αποκαλυπτική για το τι καθόρισε τη συσσώρευσή του. Τα επιτόκια δανεισμού μειώθηκαν λόγω ευρωζώνης (το μέσο επιτόκιο μειώθηκε από 14,3% το 1994 σε 4,9% το 2007)και το ίδιο έγινε με τους τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ– επομένως η κύρια ευθύνη δεν αφορά τους «κερδοσκόπους» (δε θέτουμε το ζήτημα αν τα κράτη πρέπει να δανείζονται από τις αγορές – συζητάμε μόνο πόσο το διεθνές και εγχώριο χρηματιστικό κεφάλαιο αποτέλεσε τον κύριο παράγοντα που συνέβαλλε ώστε να συσσωρευτεί χρέος). Οι δημόσιες δαπάνες (μαζί με τους τόκους) ήταν σχετικά σταθερές και ελαφρά χαμηλότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ από το μέσο όρο της Ε.Ε (ενδεικτικά το 2006, πριν την κρίση, ήταν 44,9% έναντι 46,3% του ΑΕΠ για την Ε.Ε των 27 – δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στο μύθο του μεγάλου πλήθους δημοσίων υπαλλήλων που κατέρρευσε με την απογραφή, δείχνοντας ότι ως ποσοστό επί των εργαζομένων είναι αντίστοιχο και ελαφρά χαμηλότερο με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης) και δεν μπορεί να θεωρηθούν ως η κύρια αιτία που το δημόσιο χρέος δε μειώθηκε.
Το κύριο στοιχείο που καθόρισε τη συσσώρευση δημόσιου χρέους είναι τα δημόσια έσοδα και πιο ειδικά τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων, του κεφαλαίου και του πλούτου. Είναι εντυπωσιακά χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης. Αναφέρουμε ενδεικτικά: α) τα έσοδα από την άμεση φορολογία, 8% του ΑΕΠ για το 2007, έναντι 13,4% για την Ε.Ε των 27. β) η πραγματική φορολογική επιβάρυνση του κεφαλαίου επί των κερδών 15,8% για την Ελλάδα έναντι 25,4% για την Ε.Ε των 27 το 2006. Για την υστέρηση των εσόδων δεν φταίνε οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι: οι φόροι που εισπράττει το κράτος από αυτούς αυξήθηκαν κατά 97% μεταξύ 2002-2008 ενώ των νομικών προσώπων μειώθηκαν. Για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού του παράγοντα αν υποθέσουμε ότι από το 2001, δεν χρειάζεται πιο πρίν, δεν μειώνονταν οι φορολογικοί συντελεστές των κερδών των επιχειρήσεων και τα έσοδα από την άμεση φορολογία ανέρχονταν στο μέσο όρο της Ε.Ε των 27, με σταθερούς τους άλλους παράγοντες, το δημόσιο θα συναντούσε την κρίση με χρέος μόλις 75% του ΑΕΠ αντί για 111% και φυσικά με πρωτογενή πλεονάσματα, επομένως δεν θα υπήρχε βάση να εκκινήσει η διαδικασία η οποία οδήγησε στο μνημόνιο.
Η αιτία συσσώρευσης δημόσιου χρέους δεν είναι επομένως οι υπερβολικές δαπάνες του δημόσιου αλλά η μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, η υστέρηση εσόδων. Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι παράξενο που απουσιάζει από τη συζήτηση η κύρια αιτία για τη συσσώρευση του χρέους. Αποτελεί ένα από τα κυριότερα ταξικά διακυβεύματα της τρέχουσας περιόδου, όπως φαίνεται και από τη συναίνεση μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στη περαιτέρω μείωση των φορολογικών συντελεστών των κερδών ή με άλλα λόγια, η μεταφορά πλούτου από τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις.
Ο τρόπος λειτουργίας αυτής της πολιτικής είναι με την μείωση των εσόδων να ωθεί προς αντίστοιχη μείωση των δαπανών για να εξυπηρετείται ομαλά όποιο ποσοστό χρέους και να υπάρχει. Με άλλα λόγια το «όπλο» των ελλειμμάτων θα είναι διαρκώς πάνω στο τραπέζι το επόμενο διάστημα έτσι ώστε να εκβιάζεται η συναίνεση στις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, στη διάλυση και παράδοση στον ιδιωτικό τομέα δημοσίων υπηρεσιών (ασφάλιση, υγεία, παιδεία κλπ) και συλλογικών αγαθών.
Η ταξική μονομέρεια και ο στόχος αυτών των πολιτικών αποτυπώνεται με εξαιρετικό τρόπο μέσω ενός αριθμού και μόνο στην 3η έκθεση που συνέταξε το ΔΝΤ για την πορεία του μνημονίου (Μάρτιος 2011). Η απαίτηση του 6% του ΑΕΠ διαφοράς εσόδων και δαπανών εκτός των τόκων ώστε να μειωθεί το χρέος σύμφωνα με τις ασκούμενες πολιτικές μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς συνδυασμούς (π.χ. 50%-44%). Επομένως δεν υπάρχει αναγκαιότητα για τη διαφορά που έχει επιλεχθεί ως στόχος που θα έχει επιτευχθεί μέχρι το 2020: 36,5% συνολικά έσοδα και 30,5% του ΑΕΠ δημόσιες δαπάνες εκτός των τόκων. Αν σκεφτούμε ότι το 2007, πριν τη κρίση ανέρχονταν σε 41,8% και στην Ε.Ε κατά μέσο όρο στο 43%, ενώ με ύψος 30% το 2010, οι χώρες που συναντάμε περιλαμβάνουν την Αίγυπτο, την Π. Γ.Δ. της Μακεδονίας, τη Μποτσουάνα, το Βιετνάμ και τη Νικαράγουα, τότε χωρίς να χρειαστεί να υποθέσουμε ότι η Ελλάδα θα μοιάζει με κάποια από αυτές τις χώρες, εφόσον υπάρχουν και άλλα στοιχεία που καθορίζουν μία κοινωνία πλην των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου, το μέγεθος των κοινωνικών περικοπών σε όλους τους τομείς που πρέπει να γίνουν για να φτάσουμε αυτό το νούμερο (και μάλιστα 32,2% το 2016) φαίνεται σχεδόν εξωπραγματικό και το μόνο που δηλώνει είναι την πρωτοφανώς ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική που έχει επιλέξει το μπλόκ εξουσίας στη χώρα μας.

Δεν υπάρχει μονόδρομος

Με βάση τις παραδοχές αυτής της έκθεσης για τη μεγέθυνση, και τα επιτόκια εξυπηρέτησης του χρέους δείχνουμε στη συνέχεια ότι δεν είναι μονόδρομος αυτή η πολιτική για το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, με αρκετά μετριοπαθείς προτάσεις –υλοποιήσιμες ακόμη και από μη-αριστερές δυνάμεις και οι οποίες δεν εξαντλούν το πλούτο των προτάσεων που έχει καταθέσει η αριστερά– που δημιουργούν ρήξη με τις υπάρχουσες πολιτικές και στοχεύσεις προς όφελος του κόσμου της εργασίας.
Το δημόσιο χρέος ενέχει δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι το πρόβλημα πληρωμής των ομολόγων και των δανείων που λήγουν και το δεύτερο το πρόβλημα της μείωσής του. Υποθέτουμε ότι στο χρέος εκτός μνημονίου επιβάλλεται κούρεμα 50%, επιμήκυνση της διάρκειας ωρίμανσης και περίοδο χάριτος για την πληρωμή τόκων για τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για υποθέσεις οι οποίες είναι κοινότοπες στη σημερινή διεθνής συζήτηση για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Με άλλα λόγια αποτελούν δυνατές εναλλακτικές επιλογές του αστικού συστήματος εξουσίας, όπως και η στάση πληρωμών ή η έξοδος από το ευρώ. Αυτές οι υποθέσεις εξασφαλίζουν ομαλές και μικρές ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους στο προσεχές διάστημα, επομένως απομένει μόνο το πρόβλημα της μείωσής του. Επιπλέον υποθέτουμε ότι για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα και τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία δίνονται έκτακτες ενισχύσεις, γεγονός που οδηγεί και στο δημόσιο έλεγχο των τραπεζών, εφόσον το δημόσιο θα γίνει ο κύριος μέτοχος πλέον μετά από όλες τις ενισχύσεις που έχουν δοθεί στο τραπεζικό σύστημα. Το αποτέλεσμα μετά από όλα αυτά είναι ότι το δημόσιο χρέος περιορίζεται σε 110% του ΑΕΠ.
Το βασικό όμως που υποθέτουμε είναι ότι αυξάνεται η φορολογία των επιχειρήσεων και του πλούτου, μειώνονται οι έμμεσοι φόροι και γενικότερα έχουμε μία δομή εσόδων αντίστοιχη με τους μέσους όρους της Ε.Ε (συνολικά έσοδα 44,5% από το 2013, εφόσον η οικονομία ανακάμψει από την ύφεση). Διατηρούμε τις δημόσιες δαπάνες στο ύψος του 2007, 42%, με συμμάζεμα των δαπανών που έμμεσα ενισχύουν τον ιδιωτικό τομέα ή πρόκειται για δαπάνες οι οποίες δεν αφορούν τις κοινωνικές ανάγκες (π.χ αμυντικές δαπάνες κλπ.). Πρόκειται για το στοιχείο, αναδιανομή (δευτερογενής) υπέρ της εργασίας μέσω του φορολογικού συστήματος, το οποίο αντίκειται στις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου και τις στοχεύσεις του πολιτικού προσωπικού του αν και δεν αντίκειται στις ευρωπαϊκές συνθήκες
Ότι αυτά συνιστούν μία πρόταση με την οποία μειώνεται το χρέος αποτυπώνεται στο διάγραμμα που ακολουθεί.



Οι δαπάνες των τόκων του κερδίζονται από την περίοδο χάριτος μπορούν να χρησιμέψουν είτε για δημοσιονομικούς λόγους σε περίπτωση που οι στόχοι εσόδων και δαπανών δεν επιτευχθούν – ειδικά όσο η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση – είτε για μείωση του χρέους. Στο διάγραμμα τους έχουμε χρησιμοποιήσει για τη μείωση του χρέους. Επίσης δεν έχουμε ενσωματώσει τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα που θα έχουν οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες στους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας (και στη μείωση της ανεργίας). Αλλά αυτά δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Η μείωση του χρέους καθίσταται εφικτή λόγω της αύξησης των εσόδων με τη φορολόγηση του πλούτου σε επίπεδα αντίστοιχα της Ε.Ε, και τα χρέος μπορεί αν εξυπηρετηθεί, λόγω της όλης αναδιαπραγμάτευσης, χωρίς να χρειαστεί να υποθέσουμε ούτε κούρεμα των δανείων του μνημονίου, ούτε στάση πληρωμών.
Οι στοχεύσεις του αστικού συστήματος εξουσίας σήμερα, είναι μία ριζική αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου: στις εργασιακές σχέσεις, στα δημόσια αγαθά και στα στοιχεία του κοινωνικού κράτους. Οι αντιστάσεις πρέπει να στοχεύουν στα ταξικά διακυβεύματα του σήμερα. Η φορολόγηση του κεφαλαίου και του πλούτου είναι ένα από τα κύρια και το δημόσιο χρέος συμπυκνώνεται σε αυτό το διακύβευμα, επειδή θα πληρώσει ή ο κόσμος του κεφαλαίου ή ο κόσμος της εργασίας.

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, Κυριακή, 22/05/2011


Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Παρασκευή στο Λουξεμβούργο

Παρασκευή στο Λουξεμβούργο
 
Υπάρχουν κάποια δεδομένα που καθόρισαν την συνάντηση της Παρασκευής στο Λουξεμβούργο.
Πρώτον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι για φέτος δεν φαίνεται να επιτυγχάνονται. Αυτό σημαίνει πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης πέραν αυτών που έχουν προϋπολογιστεί για το 2011 από το πρόγραμμα στήριξης. Αυτό το γεγονός αποτελεί κοινή γνώση όλων όσοι ενέχονται στη διαδικασία χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας.
Δεύτερον. Οι πολιτικές που ακολουθούνται στηρίζονται σε μία ανάλυση της δυνατότητας ομαλής εξυπηρέτησης των χρηματοδοτικών αναγκών, η οποία έχει έναν συνδυασμό αρκετά αισιόδοξων υποθέσεων (έσοδα, έξοδα, επιτόκια, μεγέθυνση του ΑΕΠ). Ταυτόχρονα, αφήνει πολύ μικρά περιθώρια χειρισμών αν οι εξελίξεις διαψεύδουν τις υποθέσεις. Αυτό το γεγονός επίσης αποτελεί κοινή γνώση και εδραιώνει την πεποίθηση ότι είναι πολύ πιθανό τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού που απαιτούνται τα επόμενα χρόνια να είναι αρκετά υψηλότερα του υψηλότατου στόχου του 6% του ΑΕΠ. Κοινή γνώση αποτελούν και άλλα στοιχεία: για παράδειγμα στην ανάλυση του ΔΝΤ (16/3/2011), ο στόχος του 6% υλοποιείται με μείωση σε 30,5% του ΑΕΠ το 2020 των πρωτογενών δαπανών (δαπανών εκτός τόκων), μέγεθος που φαίνεται σχεδόν εξωπραγματικό για μία ανεπτυγμένη χώρα όπως η Ελλάδα. Oι στόχοι που τίθενται έχουν επομένως πολύ μεγάλη πιθανότητα πολιτικής αποτυχίας.
Τρίτον. Mε βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό προβλέπεται ότι το 2012 θα πρέπει να εκδοθούν ομόλογα ύψους 26,7 δισ. και συνολικά μέχρι και το 2015, 140 δισ. (με δεδομένη την επιμήκυνση του δανείου των 110 δισ.) Σήμερα κανείς δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν η έκδοση του 2012 να καλυφθεί από τις αγορές χρήματος. Μάλιστα θεωρείται πολύ πιθανό να πρέπει να αναληφθούν μέχρι το τέλος του 2015 από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και το ΔΝΤ πάνω από 250 δισ. ελληνικού δημόσιου χρέους (110+140 δισ.), χωρίς να υπολογίσουμε την έκθεση της ΕΚΤ. Μία τέτοια κατάληξη, ειδικά αν η αναδιάρθρωση χρέους με κούρεμα θεωρείται πιθανή κατάληξη, συνιστά αμφισβήτηση του τρόπου που έχουν επιλέξει οι ηγεμονικές πολιτικές στην Ευρώπη να διαχειριστούν την κρίση χρέους και δοκιμάζει τη νομιμοποίηση αυτών των πολιτικών σε κάθε κράτος μέλος.
Αυτά τα δεδομένα θέτουν υπό αμφισβήτηση την πολιτική του «μνημονίου» ως έχει, καθιστώντας σχεδόν βέβαιη την αναθεώρησή της. Επιπλέον καθιστούν την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους αναγκαία, με μόνα ερωτήματα τον χρόνο που θα ξεκινήσει η διαδικασία και τη μορφή που θα πάρει.
Τέταρτον. Με βάση τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, παρά την αβεβαιότητα για την ακρίβεια των μεγεθών, το κόστος από ένα «κούρεμα» της τάξης του 50%, σε πρώτη φάση, χωρίς να υπολογιστούν οι δευτερογενείς πιθανές συνέπειες, θα απαιτεί ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της ΕΚΤ και των ελληνικών τραπεζών (οι οποίες μετά από αυτό «κινδυνεύουν» να έχουν ως κύριο μέτοχο το ελληνικό δημόσιο). Επιπρόσθετα, η όποια μορφή αναδιάρθρωσης επιλεγεί πρέπει να πείθει τους συμμετέχοντες στις αγορές χρήματος ότι αποτελεί λύση διαφορετικά η αδυναμία χρηματοδότησης της Ελλάδας από αυτές θα συνεχιστεί και στο μέλλον και να λαμβάνει επίσης υπόψη τις πεποιθήσεις που θα σχηματιστούν για τις προοπτικές και τη διαχείριση άλλων αντίστοιχων περιπτώσεων.
Για να συνοψίσουμε. Το διακύβευμα είναι ποιος θα φέρει το κόστος της αναδιάρθρωσης και των υπόλοιπων προσαρμογών. Δεδομένο γι’ αυτούς που αποφασίζουν σήμερα αποτελεί ότι το τελικό κόστος κάθε απόφασης θα το φέρει ο κόσμος της εργασίας και θα είναι βαρύ. Ωστόσο, η απόφαση αν το κόστος θα βαρύνει τις τράπεζες κατ’ αρχήν ή τα κράτη-μέλη και τους μηχανισμούς της Ε.Ε. διχάζει, επειδή συναντά με κομβικό τρόπο τη στρατηγική που έχει ήδη αναπτυχθεί για τη διαχείριση της κρίσης και την πορεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος εν συνόλω και στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αναβάλλεται διαρκώς επειδή δημιουργεί προβλήματα δυσλειτουργίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με βάση αυτά τα δεδομένα το δημοσίευμα του Σπίγκελ, συνέχεια μίας έντονης και πυκνής σειράς αντιτιθέμενων δηλώσεων για τη διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους, αποτελούσε μία προσπάθεια να λειτουργήσει ως καταλύτης επιτάχυνσης των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν, προσαρμογής τους στις ανάγκες των ηγεμονικών πολιτικών και κάμψης των αντιστάσεων απέναντι σε αυτές και στην αναγνώριση της πραγματικότητας όπως διαμορφώνεται.

ΑΥΓΗ, στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ, Τρίτη 10/5/2011

Σχόλιο για τη "μυστική" συνάντηση των υπουργών Οικονομικών χωρών της ευρωζώνης, στις 6 Μαϊου 2011, που πραγματοποίησαν έκτακτη διάσκεψη κάπου στο Λουξεμβούργο για να συζητήσουν την επιδείνωση της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης