Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012



Για τα αποτελέσματα της
Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012

Αυγή. Ημερομηνία δημοσίευσης: 04/07/2012
                                                     http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=699451

Η Σύνοδος Κορυφής είχε δύο σημαντικά ζητήματα να αντιμετωπίσει.
Το πρώτο ήταν τα προβλήματα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζουν η Ιταλία και η Ισπανία (δημόσια οικονομικά και τραπεζικό σύστημα) λόγω της πολιτικής επιτάχυνσης της αποδιάρθρωσης του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου» που ακολουθείται στην Ευρώπη. Πρόκειται για προβλήματα, τα οποία όπως είχε γίνει κατανοητό από τον Αύγουστο του 2011, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τους υπάρχοντες μηχανισμούς χρηματοδότησης (EFSF, προγράμματα αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, ELA). 
 
Το δεύτερο ήταν ό,τι σηματοδοτεί το ποσοστό που συγκέντρωσε η Αριστερά στην Ελλάδα στις εκλογές της 6 Μάη και 17ης Ιούνη και την ταχεία πολιτική απονομιμοποίηση των κυβερνήσεων στην Ευρώπη που στηρίζουν τις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης. Με άλλα λόγια το κίνδυνο μετάδοσης της αλλαγής του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων και την τοποθέτηση κεντρικών διλημμάτων σε σχέση με τη διαχείριση της κρίσης που θα έθεταν σε δοκιμασία τα «κοινωνικά συμβόλαια» που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Η βασική αρχή που δέσποσε το προηγούμενο διάστημα, «κάθε χώρα θα κοιμηθεί όπως έστρωσε» και η όποια εξωτερική βοήθεια στις ανάγκες χρηματοδότησής της θα συνοδεύεται από τη μορφή ενός μνημονίου «μεταρρυθμίσεων» και κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου – τόσο για το πρώτο όσο και για το δεύτερο ζήτημα – οδηγήθηκε στα όριά της: να πάψει να είναι αποτελεσματική σε σχέση τους στόχους που έχουν τεθεί.
Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής, το σκέλος που αφορά το τραπεζικό σύστημα, σηματοδοτεί μία τομή στις πολιτικές διαχείρισης της κρίσης. Με το γνώριμο τρόπο που παίρνονται αποφάσεις το τελευταία δύο χρόνια, όταν αγγίζεται ένα οριακό σημείο, ενσωματώνονται «ασύμβατες» μέχρι τώρα αρχές (στη συγκεκριμένη περίπτωση της από κοινού ανάληψης και εγγύησης των χρεών, εδώ των τραπεζικών) αλλά με τέτοια μορφή ώστε ο στρατηγικός στόχος (εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού να συνεχίσει να υπηρετείται).
Η απόφαση της Συνόδου, σπάζει το δεσμό «εθνικό δημόσιο χρέος και ανάγκες εθνικών τραπεζών» και καθιστά αμοιβαίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών κάθε κράτους μέλους. Έτσι ο αδύνατος κρίκος, που οδήγησε και στην κρίση του 2008, συνεχίζει να διατηρείται εν ζωή αλλά δε φαίνεται ότι θα αποτελέσει και όχημα χρηματοδότησης των οικονομιών εφόσον για κάτι τέτοιο απαιτούνται και άλλα πλην της κάλυψης των αναγκών κεφαλαιοποίησης (που έχουν την αιτία τους και στις επισφάλειες και στην πτώση των αξιών των τίτλων που δημιουργεί η πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, αλλά και στο μάνατζμεντ με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια).
Πλέον οι τράπεζες ενός κράτους μέλους δε θα χρηματοδοτούνται από το ίδιο το κράτος (με αύξηση του δημοσίου χρέους του) αλλά από όλα τα κράτη μέλη, διασπείροντας τις δημοσιονομικές πιέσεις σε όλη την έκταση της Ευρώπης. Με άλλα λόγια διαχωρίζονται οι ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος από τις ανάγκες του δημοσίου τομέα και κατά συνέπεια η διαχείριση της κρίσης αποκτά περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Απέναντι στο ενδεχόμενο – και υπαρκτό κίνδυνο – να υποχωρήσουν οι κυβερνήσεις από τη δέσμευσή τους στις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης προβλέπεται ότι θα υπογράφονται «μνημόνια κατανόησης» και θα συμμετέχει στους μηχανισμούς κατάρτισης και ελέγχου της υλοποίησης των όρων των μνημονίων η ΕΚΤ.
Βέβαια οι λεπτομέρειες του νέου μηχανισμού μένουν να καθορισθούν ωστόσο, η ανάθεση αυτού του ρόλου στην ΕΚΤ, πέραν του γεγονότος ότι τη φέρνει πιο κοντά στο ρόλο δανειστή σε ύστατης ανάγκης, έχει και ένα άλλο αποτέλεσμα. Η ΕΚΤ είναι ένας μηχανισμός αδιαφανής, με θεσμικά κατοχυρωμένο το νεοφιλελευθερισμό (στόχος της μόνο η αποφυγή πληθωρισμού και όχι η άσκηση πολιτικής για μείωση της ανεργίας), μη-δημοκρατικό (για παράδειγμα δεν είναι υπόλογη στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε μπορούν να αντικατασταθούν τα ανώτατα στελέχη της). Πρόκειται για ένα «πιο αμόλυντο» όργανο από τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν οι εθνικές κυβερνήσεις, το οποίο αποκτά μεγαλύτερη εξουσία μέσω της δυνατότητας που προδιαγράφεται να θέτει όρους και να ελέγχει την υλοποίησή τους, και κατά συνέπεια αναλαμβάνοντας μέρος της πίεσης που ασκείται στις εθνικές κυβερνήσεις που ως τώρα έθεταν ή αποδέχονταν όρους (π.χ. Γερμανία, Ελλάδα).
Στο κείμενο πέραν ενός πολύ μικρού ποσού - και γι’ αυτό αναποτελεσματικού - για αναπτυξιακά μέτρα δεν διαφαίνεται μία άλλη προσέγγιση που θα σπάσει τον κύκλο της εσωτερικής υποτίμησης.
Η γνώριμη μετάθεση των αντιθέσεων για μία άλλη Σύνοδο Κορυφής σε μία συγκυρία που θα έχουν διευρυνθεί και ενταθεί τα ζητήματα που τίθενται, η συνέχιση του πολέμου των αρχουσών τάξεων ενάντια στις κοινωνίες της Ευρώπης, σηματοδοτεί το πλαίσιο της απόφασης της Συνόδου.

Στο Rednotebook δημοσιεύεται μία άλλη εκδοχή του κειμένου.
http://rnbnet.gr/details.php?id=6187?id=6187
Σπύρος Λαπατσιώρας