Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ…

Ολόκληρο το κειμένο το οποίο δημοσιέυτηκε συντομευμένο στην Αυγή, 29/03/2009 
(http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=445310)




Ο δρόμος για την κόλαση….


Σπύρος Λαπατσιώρας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε συντομευμένο στην Αυγή 2009/03/29


Σύμφωνα με τον Τσέχο πρωθυπουργό Topolanek και πρόεδρο της ΕΕ οι μεγάλες δημόσιες δαπάνες, που πραγματοποιεί ο Obama και ζητά να υιοθετήσουν και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις των G20, για να ανακάμψει η παγκόσμια οικονομία  αποτελούν «δρόμο για την κόλαση».
Ο χαρακτηρισμός «δρόμος για την κόλαση» αποτελεί απάντηση στην πιο σημαντική ερώτηση που αφορά την παγκόσμια κοινότητα: «ποια είναι η κατάλληλη πολιτική για την έξοδο από την κρίση»;
Η απάντηση των ΗΠΑ είναι «από κοινού και συντονισμένα μεγάλες δημόσιες δαπάνες με στόχο την σημαντική αύξηση της ζήτησης»: δεν μπορεί μία χώρα μόνο να αναλάβει το έργο εξόδου της παγκόσμιας οικονομίας από την κρίση.
Αυτή η πολιτική είναι που χαρακτηρίζεται «δρόμος για την κόλαση» από τους Ευρωπαίους γραφειοκράτες και πολιτικούς ηγέτες. Χωρίς άκομψες διατυπώσεις οι θεσμικοί παράγοντες της ΕΕ και προπάντων οι Μέρκελ και Σαρκοζύ, πρωθυπουργοί της Γερμανίας και της Γαλλίας, δηλώνουν ότι η απάντηση των ΗΠΑ δημιουργεί μελλοντικούς κινδύνους πολύ σοβαρούς. Η Ευρώπη απαντά διαφορετικά, συνδέοντας δύο διαφορετικά ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι οι δαπάνες της ΕΕ αρκούν προς το παρόν και πρέπει να περιμένει κανείς να εκτελεστούν για να φανεί η απόδοσή τους και η πιθανή ανάγκη νέων μέτρων. Το δεύτερο είναι ότι ο οποιοσδήποτε συντονισμός με τις ΗΠΑ δεν αφορά τις δαπάνες. Ας αποφασίσουν οι ΗΠΑ τις δαπάνες θα κάνουν στον επικίνδυνο δρόμο που ακολουθούνε. Στο κάτω-κάτω, όπως έχει ειπωθεί, οι ΗΠΑ δημιούργησαν το πρόβλημα άρα αυτές πρέπει να επωμιστούν και τα μεγαλύτερα βάρη για να το λύσουν
Γιατί η Ευρώπη δίνει αυτή την απάντηση η οποία ως πυρήνα της έχει το γνήσιο πνεύμα της συνθήκης των Βερσαλλιών (ο χαμένος να πληρώσει τους υπόλοιπους) και επομένως φαίνεται να επωμίζεται και τις συνέπειες ενός τέτοιου πνεύματος; Την εμβάθυνση της ύφεσης σε όλο τον κόσμο; Η στάση της Ευρώπης κατά πρώτον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υστερόβουλη: οι ΗΠΑ θα πληρώσουν ούτως ή άλλως και αν περιμένουμε θα ανακοπεί η ένταση της κρίσης με τα λεφτά άλλων. Αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
Όταν λέμε Ευρώπη με πολλούς τρόπους πρέπει να σκεφτόμαστε τη Γερμανία. Όχι μόνο λόγω του οικονομικού μεγέθους, της δημοσιονομικής ευχέρειας που έχει και των μεγάλων πλεονασμάτων από το εξωτερικό εμπόριο όντας πρώτη εξαγωγική δύναμη αλλά και λόγω του ότι τους προηγούμενους μήνες αυτή έδωσε τον τόνο και καθόρισε το κανόνα της πολιτικής της Ευρώπης επαναφέροντας στην τάξη όσους φλέρταραν (μεταξύ άλλων Σαρκοζί, Ανατολική Ευρώπη – το μεγαλύτερο εξαγωγικό της εταίρο) με την ιδέα μίας πιο ενεργούς παρέμβασης της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της παγκόσμια οικονομικής κρίσης.
Η Ευρώπη αποτυγχάνει να αναγνωρίσει το βάθος της κρίσης και το σημείο καμπής που σημειώνει ο ιστορικός χρόνος. Όχι μόνο απορρίπτει την απάντηση των ΗΠΑ – δεν συζητάμε για άλλους δρόμους προς την κόλαση όπως του Τσάβες που αυξάνει κατά 20% τον κατώτατο μισθό ως απάντηση στη κρίση με δεδομένη τη μείωση της τιμής του κύριου εξαγωγικού προϊόντος, του πετρελαίου – αλλά ακυρώνει τη σύνοδο για την απασχόληση το Μάιο όταν στην Ευρώπη τουλάχιστον 6 εκατομμύρια εργαζόμενοι αναμένεται να χάσουν τη δουλειά τους τα επόμενα δύο χρόνια, όταν η ύφεση χτυπάει τη πόρτα της με περισσότερη ένταση από αυτή των ΗΠΑ (στη Γερμανία η πτώση του ΑΕΠ το 2009 εκτιμάται πάνω από 4% όταν στις ΗΠΑ είναι γύρω στο 3%, στην Ισπανία η ανεργία οδεύει για 20% το 2010, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κινείται μεταξύ 10% και 20% για της χώρες της Ευρωζώνης, το εμπόριο συστέλλεται επίσης με διψήφια νούμερα, στην Ελλάδα και την Ιταλία τίθενται ζητήματα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και στη πρώτη ασκείται πολιτική η οποία επιδεινώνει την ύφεση)
Μία εξήγηση γι’ αυτή την ιστορική αποτυχία είναι ότι η κρίση πρώτα χτύπησε τις ΗΠΑ και καθυστέρησε να φτάσει στην Ευρώπη. Ειδικά όταν έφτασε στη Γερμανία στις αρχές του 2009, δεν βρήκε ούτε υψηλές τιμές ακινήτων, ούτε υψηλό χρέος νοικοκυριών και δεν έπληξε το κατασκευαστικό τομέα. Έπληξε τομείς που η δημοσιονομική παρέμβαση δεν έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στο εσωτερικό της χώρας. Η πτώση των εξαγωγών, με τη μεγαλύτερη συμβολή στη μεγέθυνση του ΑΕΠ, της Γερμανίας δεν αντιμετωπίζεται με γερμανική δαπάνη ενώ τα προβλήματα της αυτοκινητοβιομηχανίας δεν απαιτούν εκτεταμένα μέτρα. Επομένως την ανάγκη εκτεταμένα αυξημένης δημόσιας δαπάνης η Γερμανία την αντιμετωπίζει με μία υστέρηση χρόνου σε σχέση τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ένας δεύτερος λόγος που πρέπει να πάρουμε υπόψη είναι ότι μία αύξηση των δημοσίων δαπανών άμεσα συνοδεύεται και από αύξηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων. Τα αυξημένα ελλείμματα θέτουν σε δοκιμασία το Σύμφωνο Σταθερότητας και το όριο του 3%. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι με τα τρέχοντα μέτρα το έλλειμμα για τη Γερμανία το 2010 υπολογίζεται από το ΔΝΤ σε 4,6%, για τη Γαλλία σε 6,3%, την Ιταλία 4,3% την Ισπανία 6% και για χώρες με μεγαλύτερη παρεμβατικότητα όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ σε 8,1% και 8,9% αντίστοιχα. Για τη Γερμανία αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον πρώτο η Μέρκελ ψήφισε νόμο ώστε από το 2016 δεν θα επιτρέπονται ελλείμματα στη Γερμανία πάνω από 0,35% του ΑΕΠ και δεύτερο η αύξηση των ελλειμμάτων θέτει σε καθεστώς αμφισβήτησης το όριο του 3% δεδομένου των περιοριστικών πολιτικών που θα πρέπει να ακολουθηθούν αμέσως με το ξεπέρασμα της κρίσης ή στη διάρκειά του (όπως στην Ελλάδα) ώστε να διατηρηθεί. Το αυξημένο δημόσιο χρέος είναι ακόμη πιο σημαντικό. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι με τα υπάρχοντα επίπεδα παρέμβασης, το χρέος θα αυξηθεί για τη Γερμανία σε επίπεδο 80% του ΑΕΠ το 2010 (σε σχέση με 65% το 2007), τη Γαλλία 77% (64%), την Ιταλία 112% (104%), την Ισπανία σε 53% (36%) μικρότερη αύξηση βέβαια από τις ΗΠΑ (90% από 63%) και τις Ιαπωνίας (225% από 195%). Σε κάθε περίπτωση το αυξημένο χρέος θέτει ένα ζήτημα εξυπηρέτησης του. Πέραν της πίεσης που ασκεί στα επιτόκια, αν θεωρήσουμε ότι σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων από τους τίτλους που κατείχαν και επομένως την ανάγκη ενίσχυσης καθώς και με την υπόθεση ότι δεν θα προκύψει ανάγκη περαιτέρω δαπανών σε σχέση με τις υπάρχουσες, θέτει ήδη ζητήματα εγγυήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εξυπηρέτηση του από κάθε χώρα. Εγγυήσεων που τίθενται ήδη από τώρα είτε με τη μορφή έκδοσης ευρωομολόγου είτε με τη μορφή αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτές οι κατευθύνσεις απαιτούν εκτεταμένες αλλαγές της θεσμικής οργάνωσης της ΕΕ. Για παράδειγμα η έκδοση ευρωομολόγου περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας τόσο της Γερμανίας όσο και της Γαλλίας στην άσκηση εθνικών πολιτικών εφόσον αυτές θα αναλάβουν το κύριο βάρος αλλά επίσης αδυνατίζει την πίεση των αγορών πάνω στις πολιτικές των εθνικών κυβερνήσεων της ευρωζώνης. Επομένως από την μία, ο αυτόματος πιλότος προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, ο μηχανισμός υποβάθμισης των αναγκών των κοινωνιών τίθεται υπό αμφισβήτηση με μακροπρόθεσμες συνέπειες ή διαφορετικά θα πρέπει να υπάρξει πανευρωπαϊκός καθορισμός των επιμέρους μακροοικονομικών πολιτικών. Από την άλλη τις αυξημένες δαπάνες της Ευρωζώνης αναλαμβάνει να τις καλύψει ο γερμανικός προϋπολογισμός χωρίς τα αντίστοιχα οφέλη (20% συνεισφορά στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και επιστροφή γύρω στο 12%).
Εδώ αναδεικνύονται και άλλοι κίνδυνοι. Πρώτο, η πίεση για τέτοιου τύπου παρεμβάσεις και ρυθμίσεις καθιστούν την ιδέα του παρόντος ευρωσυντάγματος ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Ένα σύνταγμα που θεσπίζει ως οικονομική πολιτική το νεοφιλελευθερισμό δεν συνάδει με τέτοιες θεσμικές αλλαγές οι οποίες υποσκάπτουν την επέλαση των νεοφιλελευθέρων πολιτικών στην Ευρώπη. Δεύτερο, οι περιοριστικές πολιτικές για μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους μετά την κρίση θέτουν σε δοκιμασία τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Επειδή η υπεράσπιση των πολιτικών της παρούσας γραφειοκρατία και πολιτικής ηγεσίας για ένταση της άνισης διανομής του εισοδήματος (ο Σαρκοζί για παράδειγμα έχει ως πολιτική σημαία την υπόσχεση μείωσης της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και των εταιρικών κερδών) έχει πιθανή συνέπεια ο κόσμος της εργασίας να κληθεί να δεχτεί «μεταρρυθμίσεις» και μειώσεις του εισοδήματος με πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ότι είναι πιθανό να ανεχτεί.
Φαίνεται πιο λογικό, απέναντι σε τάσεις και θεσμικές μετατοπίσεις που δεν αναστρέφονται εύκολα – γιατί να μην δράσουν οι κοινωνίες με αντίστοιχο τρόπο επεκτατικών δημοσίων δαπανών και στη διαφαινόμενη κρίση των ασφαλιστικών ταμείων ή του ευρωπαϊκού συστήματος υγείας ή τη χρηματοδότηση της Παιδείας– να υπάρξει ένας κανόνας εθνικής αναδίπλωσης τόσο για τη Γερμανία όσο και για τη Γαλλία. Κάθε χώρα θα αντιμετωπίσει τη κρίση με ίδια μέσα. Επομένως οι χώρες είτε θα συνεχίσουν να υπόκεινται στον έλεγχο και την τυραννία των αγορών για την αξιολόγηση και χρηματοδότηση της πολιτικής τους για να μη γίνου άφρονες (Ελλάδα, Ιταλία), είτε των περιοριστικών πολιτικών του ΔΝΤ αν χρειαστεί να προσφύγουν σε αυτό. Δεν μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα της Ουγγαρίας να το πληρώνει η Γερμανία. Πρέπει να μεταρρυθμιστεί στη γνωστή κατεύθυνση άρσης του – όμως επειδή θα επιβληθεί ως ανάγκη όχι από τη Γερμανία ή από την ΕΕ, όπως πιθανόν θα απαιτούσαν οι ρυθμιστικές συμφωνίες έκδοσης ευρωομολόγου, αλλά από φυσικές δυνάμεις μη-ελεγχόμενες πολιτικά.
Η πολιτική της ΕΕ αναγκαία συνεπάγεται μία υποτίμηση της διάρκειας και της έντασης της κρίσης αλλά και την ανάπτυξη των πιο επιθετικών πλευρών της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής. Όπως έδειξαν οι τελευταίες σύνοδοι η κρίση πλέον θεωρείται μία ευκαιρία στο βαθμό που δεν συνιστά καταστροφή. Αδυνατίζει τις αντιστάσεις, στο βαθμό που η ανεργία κινείται σε επίπεδα θεωρούμενα διαχειρίσιμα από την πολιτική ηγεσία, ας πούμε μεταξύ 10% και 15%, στην προώθηση των «μεταρρυθμίσεων», στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.
Επομένως δεν υπάρχει άρνηση της Ευρώπης γενικά. Αλλά μία άρνηση του ειδικού συντονισμού, της γενικευμένης παρέμβασης που δημιουργεί θεσμικές ανατροπές ή δίνει τη δυνατότητα εξασθένισης της επέλασης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αποτελεί ένα στοίχημα: να μετατραπεί η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού σε κινητήριο δύναμη εμβάθυνσής του. Τόσο μύωπες που παίζουν με τη καταστροφή, τόσο αλαζόνες που θεωρούν ότι θα επιβάλλουν αβρόχοις ποσί στην κοινωνία μία πολιτική εμβάθυνσης της κρίσης.
Η αλήθεια είναι ότι η Γερμανία αισθάνεται ιδιαίτερα πιεσμένη: της ζητείται όχι μόνο να βοηθήσει τον αναπτυσσόμενο κόσμο (αύξηση συμμετοχής της ΕΕ στα προγράμματα χρηματοδότησης του IMF), όχι μόνο να σώσει την Ανατολική Ευρώπη, αλλά να σώσει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να πολεμήσει και την ύφεση στο εσωτερικό της και παγκόσμια. Πολύ μεγάλο φορτίο. Από την άλλη όμως θέτει στις ΗΠΑ το ίδιο δίλλημα ενισχυμένο: όχι μόνο να σώσουν την οικονομία τους από την ύφεση αλλά και να χρηματοδοτήσουν αυτοί μία παγκόσμια ανάκαμψη (χρηματοδοτώντας μαζί και τον περιορισμό της ύφεσης στην ΕΕ μέσω της αύξησης εισαγωγών) παραιτούμενοι επιπρόσθετα από τα κυριαρχικά δικαιώματα στην πιο ανταγωνιστική βιομηχανία τους (ένα από τα βασικά περιεχόμενα των μέτρων που προτείνει η Ευρώπη για τη ρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος) και επιπρόσθετα να αναλάβουν αγόγγυστα τα παραπάνω χωρίς να εγείρουν ζητήματα προστατευτισμού ή να επιτρέψουν υπερβολικές διακυμάνσεις του δολαρίου. Είναι σαν η Ευρώπη απλά να προσπαθεί για να σώσει τη νεοφιλελεύθερη μορφή του οικοδομήματός της να μεταθέτει τα βάρη διεθνώς αλλού και στο εσωτερικό της στις πλάτες των εργαζομένων των συνταξιούχων και των νέων. Και αν κρίνουμε από τις Βερσαλλίες δεν πρόκειται για ιστορικά δικαιωμένη επιλογή.
Από τη σκουριασμένη γραφειοκρατία και το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης, που αφού καταδίκασαν το νεοφιλελευθερισμό made in USA με παράτες γίνονται οι ιεραπόστολοι του «μόνου γνήσιου» νεοφιλελευθερισμού, με «ανθρώπινο» πρόσωπο όταν απαιτείται, λίγα έχουμε να περιμένουμε για μια κοινωνία αλληλεγγύης. Ο εκβιασμός, η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού ενάντια στην κοινωνία στο εσωτερικό της Ευρώπης, που ασκείται για να κρατηθεί το όραμα Europe Ltd ζωντανό, το στοίχημα της Ευρώπης, εξαρτάται τόσο από το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης όσο και από τις αντοχές των λαών της Ευρώπης. Πόσες χρεωκοπίες κρατών, ανεργία, προγράμματα λιτότητας, πτώση εισοδημάτων φτώχεια και απώλειες ασφαλιστικών ταμείων μπορεί να αντέξει , «στο δρόμο για την κόλαση» που διανοίγει;.
Το σύνθημα για μία άλλη Ευρώπη, με πολιτική, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, που θα θέτει τους πολίτες της και τις ανάγκες τους πάνω από τις αγορές,  ποτέ δεν ήταν περισσότερο επίκαιρο και επιτακτικό από τώρα.

28 Μαρτίου 2009

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

Με τη σειρά την οποία εμφανίστηκαν στα διάφορα έντυπα

Κείμενα

Χρηματοπιστωτική κρίση και «οικονομική ρύθμιση»
Μέρος Πρώτο, Απρίλιος-Ιούνιος 2008
Μέρος Δεύτερο: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2008


Ακρίβεια και πληθωρισμός, Αυγή, 07/06/2008


Η κρίση είναι συστημική. Εποχή, Κυριακή 9/11/2008.
σε
Για τον χαρακτήρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Για όλα φταίει η "κερδοσκοπία";, Αυγή, 16/11/2008


Ο δρόμος για την κόλαση, Αυγή, 29/03/2009
πρόκειται για συντομευμένη μορφή κειμένου 
το οποίο υπάρχει ολόκληρο στο ημιτελές blog


Η κρίση και οι μασκοφόροι του νεοφιλελευθερισμού, Αυγή, Μάιος 2009


Όταν το ΠΑΣΟΚ συνάντησε τον Φουκουγιάμα: όψεις της αναμενόμενης οικονομικής πολιτικής του, Αυγή, 4/10/2009


Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ, Εποχή, Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009


ΕΥΡΩΠΗ: Παρατεταμένη αμηχανία γεννά παραφροσύνες … και εδώ, γελοιότητες, 21 Φεβρουαρίου 2010,


Για τη συγκυρία όπως διαμορφώνεται μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, Αυγή, 28/02/2010


Ο "δρόμος για την κόλαση" είναι ανοιχτός, Αυγή, 28/03/2010


Θέσεις για τον τρόπο παράγωγης των οικονομικών γεγονότων στην τρέχουσα συγκυρία Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ν.ΣΥΝ, Ενέδρα, τον Μάρτιο του 2010


Που θα βρεθούν τα λεφτά; (για πολιτικές υπέρ του κόσμου της εργασίας),
στο περιοδικό του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Δελτίο Θυέλης τον Απρίλιο του 2010
Τι είναι και τι θέλει το ΔΝΤ από τη ζωή μας, Αυγή, 18/04/2010


Είναι αναγκαία τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση για τη «διάσωση της Ελλάδας»;
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού του ΣΥΡΙΖΑ, Μπλόκο, το Μάρτιο του 2010


Μία ρωγμή που διευρύνεται, Αυγή, 16/05/2010


Οι κακές αγορές και ο καλός μηχανισμός στήριξης, Εποχή, 16/05/2010


Αντί να αντιμετωπίζουν τις αιτίες, στοχεύουν στις συνέπειες, Αυγή, 23/05/2010


ΚΡΙΣΗ: Ερωτήματα, μύθοι και ο παραλογισμός ως πρόταση διεξόδου, Καραβάνι, Περιοδικό του Κοινωνικού Στεκιού – Στεκιού Μεταναστών Ιούνιος 2010,


Συζήτηση για την Αναδιάρθρωση χρέους : Τα υπέρ και τα κατά, in.gr, 14/07/2010


ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ. Οι προϋποθέσεις για μια αριστερή πρόταση, Εποχή, 24 Ιούλιος 2010


Το φαντασιακό της αριστεράς και η πρόταση εξόδου από το ευρώ, Αυγή, 18/07/2010


Η Ιρλανδία στο μηχανισμό στήριξης, Αυγή, 23/11/2010 (στήλη Συναντήσεις)
http://spirosla.blogspot.com/2010/11/blog-post_2033.html



Πάνω σε ερωτήματα για τη συγκυρία, εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 29/11/2010

Video


Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

«Κερδοσκοπία» ή Νεοφιλελευθερισμός; Για τον χαρακτήρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης


«Κερδοσκοπία» ή Νεοφιλελευθερισμός;
Για τον χαρακτήρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης

Σπύρος Λαπατσιώρας και Γιάννης Μηλιός

Σε πολλά από όσα γραφτεί, το τελευταίο διάστημα, ως αιτία της κρίσης θεωρείται η (αχαλίνωτη) κερδοσκοπία των τραπεζών. Ωστόσο, η κατανόηση της χρηματοπιστωτικής κρίσης ως μίας κατάστασης που γεννήθηκε από την κερδοσκοπία των τραπεζών μας εμποδίζει να καταλάβουμε τη μορφή που πήρε και τη σημασία της κρίσης. Εξάλλου, κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα είναι «κερδοσκοπική», κάθε «προκαταβολή» κεφαλαίου έχει ως σκοπό το μέγιστο δυνατό κέρδος, ενώ η επιλογή της μιας ή της άλλης σφαίρας οικονομικής δραστηριότητας είναι απλώς το μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Η χρηματοπιστωτική κρίση έχει συστημικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι προήλθε από και έπληξε τα ίδια τα στοιχεία που συνθέτουν τον πυρήνα του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ο πυρήνας της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης
του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα (ΧΠ σύστημα, στο εξής) έχει στον πυρήνα του μία απλή ιδέα: Αντί τα κράτη και οι επιχειρήσεις να δανείζονται από τις τράπεζες για να επιτελέσουν τις λειτουργίες τους να δανείζονται άμεσα από όποιον επιθυμεί να τους χρηματοδοτήσει. Ποιος μπορεί να επιθυμεί; άλλες επιχειρήσεις, άλλα άτομα μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων, ασφαλιστικών ταμείων και άλλων μη-τραπεζικών (παραδοσιακών) μορφών.
Για να καταργηθούν οι μεσάζοντες (δηλαδή οι τράπεζες), απαιτείται οι υποψήφιοι χρηματοδότες να έχουν προσδοκίες κέρδους και εγγυήσεις ότι δεν θα χάσουν μέρος ή το σύνολο των χρημάτων τους, δηλαδή εγγυήσεις για την πιστωτική αξιοπιστία των δανειζομένων επιχειρήσεων και κρατών. Απαιτούνται δηλαδή τρία στοιχεία. Ένας μηχανισμός έκδοσης τίτλων, δηλαδή συμβολαίων στη βάση των οποίων κατοχυρώνονται απαιτήσεις σε μία μελλοντική χρηματοροή, ένας μηχανισμός εγγύησης και πιστωτικής αξιολόγησης αυτών των τίτλων, δηλαδή το κατά πόσο μπορούν βάσιμα να ελπίζουν ότι θα λάβουν αυτή τη χρηματοροή και ένας μηχανισμός διασφάλισης της χρηματοροής. Ο πρώτος μηχανισμός είναι η «βιομηχανία» τιτλοποιήσεων. Ο δεύτερος είναι πιο ευρύς. Σημαντικό τμήμα του αποτελούν οι οργανισμοί πιστωτικής αξιολόγησης, εταιρείες οι οποίες μέσω κατάλληλης έρευνας και μέτρησης παρέχουν δείκτες, όπως ΑΑΑ ή ΒΒΒ, που προειδοποιούν για το πόσο κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεων φέρει ένας τίτλος. Προφανώς, όσο πιο επικίνδυνο είναι ένα δάνειο με το οποίο βαρύνεται κάποιος τόσο μεγαλύτερη απόδοση θα απαιτεί κανείς για να τον χρηματοδοτήσει ώστε να αντισταθμίσει τον κίνδυνο να υποστεί απώλειες. Ο τρίτος αναπτύσσει τις τεχνικές διαχείρισης κινδύνου, δηλαδή τεχνικές ώστε να μην «έχεις όλα τα αυγά στο ίδιο καλάθι». Ταυτόχρονα αποτελεί και αγορά για τις ασφαλιστικές εταιρείες (ασφάλιση των τίτλων έναντι πιστωτικών κινδύνων).
Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα απαιτείται η κατάλληλη οργάνωση των χρηματιστηρίων και ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την έκδοση, διαχείριση και αγοραπωλησία των τίτλων. Επίσης, ευνόητα, για να λειτουργήσει σε διεθνές επίπεδο απαιτείται η κατάργηση περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών. Γενικά, απαιτείται ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης (το κράτος), να οργανώσει το ΧΠ σύστημα με βάση αυτές τις (διεθνείς) αρχές και να εγγυάται με τις κατάλληλες ρυθμίσεις και πολιτικές την απρόσκοπτη λειτουργία του και αναπαραγωγή του. Τέλος, για να λειτουργήσουν οι ΧΠ αγορές με ένα αποτελεσματικό τρόπο, απαιτείται η ύπαρξη πληθώρας κεφαλαίων τα οποία θα επιθυμούν να δανείσουν, να αγοράσουν τίτλους. Θα πρέπει να αποκτήσει αυτή η διεθνής του κεφαλαίου «βάθος» - ως ένα παράδειγμα, με την ιδιωτικοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων ή με την χαλάρωση των περιορισμών για τη συμμετοχή τους στις διεθνείς χρηματαγορές.
Υπόβαθρο αυτής της ιδέας και των απαιτήσεών της είναι πως: «οι αγορές γνωρίζουν καλύτερα ποιον πρέπει να χρηματοδοτήσουν» και «οι αγορές αυτορυθμίζονται».
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας δεν αναδύθηκε δια μιας έτοιμος και πλήρης. Υπήρξε μια μακρά συγκρότηση που αρχίζει και παίρνει τη μορφή που περιγράψαμε στα τέλη της δεκαετίας του 70, αρχές του 80 με την ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο πλαίσιο ρύθμισης της ΧΠ σφαίρας. Εκτός από τα σημάδια που άφησε ο χρόνος (την προσαρμογή του στις αποτυχίες και στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον) απέκτησε και μία χωρική διάρθρωση. Για λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με την ιστορικότητα συγκρότησης όσο και με την διάρθρωση του πλέγματος των διεθνών σχέσεων, οι ΗΠΑ και σε μικρότερο βαθμό η Βρετανία αποτέλεσαν κέντρα της διεθνούς ΧΠ σφαίρας από τα οποία διαχέονταν εργαλεία, καινοτομίες, μορφές οργάνωσης στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα και φυσικά αποτελούν δέκτες χρηματοροών από το διεθνές σύστημα.
Η συνέργια αυτής της ρύθμισης της καπιταλιστικής χρηματοδότησης μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα είχε αποτελέσματα. Περιοριζόμενοι σε ό,τι μας ενδιαφέρει σημειώνουμε.
α) Συγκροτήθηκε μία Διεθνής του Κεφαλαίου, στην αναζήτηση της διασφαλισμένης απόδοσης και της αυτο-αξιοποίησης του χρήματος, τα μέλη της οποίας επιδίδονται στο να εξερευνούν τον χάρτη των αποδόσεων ανά τη γη.
β) Επιταχύνθηκε η κίνηση και ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων στην αναζήτηση κερδοφόρων τοποθετήσεων. Σε σχέση με αυτό η Διεθνής του Κεφαλαίου λειτουργεί ως ένας μηχανισμός πειθάρχησης: οι κερδοφόρες τοποθετήσεις κεφαλαίου επιβραβεύονται γρήγορα ενώ αυτές που δεν παρουσιάζουν ικανοποιητικά κέρδη τιμωρούνται επίσης γρήγορα (και φυσικά η πειθάρχηση αφορά και τις οικονομικές πολιτικές κρατών).
γ) Επέδρασε στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Η στοίχιση των επιχειρήσεων με τις απαιτήσεις των χρηματαγορών, μαζί με άλλα στοιχεία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, συντελεί στην υποβάθμιση της διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων τόσο για τους όρους εργασίας όσο και στο επίπεδο της διανομής. Η στασιμότητα των μισθών, η αύξηση των ανισοτήτων η αυξημένη ισχύς του κεφαλαίου έναντι της εργασίας έχουν αναγκαίο στήριγμα τη σημερινή μορφή του ΧΠ συστήματος.
Τα προηγούμενα αποτελούν και στοιχεία της επιτυχίας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της εξασφάλισης εξόδου από την κρίση υπερσσυσσώρευσης της δεκαετίας του ’70, την ανάκτηση της κερδοφορίας των κεφαλαίων και στη συνέχεια τη διεύρυνσή της καθώς και την ανάπτυξη της εγγενούς τάσης διεθνοποίησης του καπιταλισμού.

Το ΧΠ σύστημα ως παραγωγός της κρίσης.

Η έκδοση τίτλων στη βάση των subprime (δάνεια που αφορούν δανειολήπτες με μεγαλύτερο «πιστωτικό κίνδυνο» από το «κανονικό» και επομένως έχουν μεγαλύτερο επιτόκιο, όπως για παράδειγμα εργαζόμενοι που οι όροι εργασίας τους θέτουν υπό αμφισβήτηση την κανονικότητα της ροής αποπληρωμής) δεν αποτελεί απάτη - ανεξάρτητα αν αναπτύχθηκαν απάτες στη διαδικασία αυτή.
Η νεοφιλελεύθερη προσαρμογή του ΧΠ συστήματος είχε αποτελέσματα και επί των παραδοσιακών τραπεζών. Ο ανταγωνισμός από τα κεφάλαια που δραστηριοποιούνταν στον εξωτραπεζικό δανεισμό τις οδήγησε στη διεύρυνση της στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης. Στη συνέχεια μέσω των τιτλοποιήσεων αποδείχτηκε ότι με την ευγενή μεσολάβησή τους και την καταβολή προμηθειών γι’ αυτήν μπορεί η διεθνής του κεφαλαίου να χρηματοδοτεί στέγη, αυτοκίνητα, καταναλωτική πίστη, σπουδές, πιστωτικές κάρτες, δήμους, μικρές επιχειρήσεις κλπ.
Για την οργανωτική μορφή που πήρε η τιτλοποίηση χρεών αξίζει να σημειώσουμε, πρώτο τη δημιουργία νέων μεσαζόντων με τη μορφή μάλιστα πολύ σημαντικών κόμβων του πλέγματος του διεθνούς ΧΠ, τόσο από άποψη μεγέθους όσο και διεθνούς διασύνδεσης, δεύτερο, ότι η παραδοσιακή αντίθεση που καλείται να διαχειριστεί μία τράπεζα, μεταξύ μακροπρόθεσμων δανείων και βραχυπρόθεσμων καταθέσεων μετασχηματίστηκε σε μία εξωτερική σχέση μεταξύ δύο μορφών ΧΠ κεφαλαίου. Από τη μία μεριά, εταιρείες, οιωνεί θυγατρικές των κόμβων, των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών, που διαχειρίζονταν τους τίτλους που συσσώρευαν, από την άλλη, κεφάλαια που δραστηριοποιούνταν δανείζοντας βραχυπρόθεσμα χρήμα σε αυτές με εχέγγυα τους τίτλους και με στόχο την απόδοση με τη μικρότερη δυνατή ανάληψη κινδύνων.
Μέσω αυτών των δύο στοιχείων της οργανωτικής δομής, εκδηλώθηκε η κρίση σε όλη της την ένταση. Όταν οι τίτλοι των subprime δεν μπορούσαν πλέον να τεθούν ως εχέγγυα λόγω μειωμένης εξασφάλισης που παρείχαν, εφόσον έγινε γνωστό το αυξημένο ποσοστό απλήρωτων δόσεων, η σχέση διερρήχθη και οι οιωνεί-μητρικές εταιρείες υποχρεώθηκαν να καλύψουν τις ζημίες που συσσώρευε η λειτουργία των οιωνεί-θυγατρικών τους. Αυτό έδωσε το σήμα φυγής όλων προς τις αποδόσεις που ενέχουν όσο μικρότερο κίνδυνο γίνεται.
Ωστόσο, τα σημαντικά στοιχεία είναι στις άκρες της αλυσίδας τιτλοποίησης. Τα subprime είχαν αποδέκτες. Η στασιμότητα των μισθών αλλά και η ευρύτερη απόσυρση μηχανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης (παιδεία, υγεία, δήμοι, ασφάλεια κλπ.), αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων επιταγών, συνεπάγεται τη χρήση του δανεισμού για την κάλυψη των αναγκών. Με άλλα λόγια το μακροοικονομικό πρόβλημα διαχείρισης της συνολικής ζήτησης το οποίο δημιουργεί η στασιμότητα των μισθών καλύφθηκε από την αύξηση του δανεισμού. Το «όνειρο της ιδιόκτητης κατοικίας» αποτέλεσε επίσης στοιχείο για τη συγκρότηση συναίνεσης στο νεοφιλελευθερισμό και του οποίου η πραγμάτωση συστηματικά διερευνήθηκε μέσω των νέων μορφών χρηματοδότησης.
Οι τίτλοι με βάση subprime δάνεια ζητούνταν. Ο μίτος που πρέπει να ακολουθήσουμε για να καταλάβουμε την επέκταση της πίστης πέραν των ορίων της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής περνά από την πίεση που ασκεί ο ανταγωνισμός στο τραπεζικό κεφάλαιο, επί ποινή μειωμένης κερδοφορίας, να εξασφαλίσει πρώτη ύλη στο κυνήγι της ασφαλούς απόδοσης και στη σωρευμένη πίεση γι’ αυτήν από τη Διεθνή του Κεφαλαίου. Αποτελεί γενικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας της Πίστης, σε περιόδους πιστωτικής επέκτασης να υποτιμώνται οι κίνδυνοι ενώ σε περιόδους συστολής να υπερτιμώνται.
Τόσο το βάθος της ΧΠ σφαίρας, όσο και η διεθνοποίησή της αποτελούν όρους της επιτυχίας του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος, αποτελούν όρους για την ισχύ του επιχειρηματία στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, όρους για την κινητικότητα κεφαλαίων, την επιβράβευση του κέρδους και την τιμωρία της μειωμένης απόδοσης, επομένως όρους για το συντονισμό της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Όμως, η διαδικασία αυτή, που διαπλέκει τις κεφαλαιακές αποδόσεις σε παγκόσμια κλίμακα, πέραν των άλλων που παρατηρήσαμε, αποτελεί ταυτόχρονα και όρο αστάθειας του ΧΠ συστήματος, λόγω του συντονισμού των διακυμάνσεων τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω.
Γι’ αυτό ο χαρακτήρας της κρίσης είναι συστημικός. Προήλθε από τα στοιχεία που συνθέτουν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και τα αποτελέσματα της λειτουργίας του. Έπληξε τα στοιχεία του, εργαλεία, μεθόδους, πρακτικές λειτουργίας του και ταυτόχρονα όλους τους κόμβους της ΧΠ σφαίρας, σε διεθνή έκταση. Έπληξε το κέντρο του υποδείγματος (ΗΠΑ, Βρετανία) και τη δυνατότητα του συλλογικού κεφαλαιοκράτη να εξασφαλίζει την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η «πιστωτική ασφυξία» που προέκυψε είναι εξ ορισμού κρίση της «πραγματικής οικονομίας».
Το ερώτημα που σήμερα τίθεται είναι το ακόλουθο: Μπορεί να υπάρξει μια νέα, αποτελεσματική ρύθμιση του συστήματος; Κάθε απόπειρα ρύθμισης σημαίνει ανακατανομή ισχύος και πιθανότατα ακύρωση λειτουργιών. Όσο οι δυνάμεις της εργασίας δεν παρεμβαίνουν στην κατεύθυνση του να αμφισβητήσουν την κεφαλαιακή σχέση και τη λογική του κέρδους οι όροι συγκρότησης της Διεθνούς του Κεφαλαίου και η αντιμετώπιση του κόσμου της εργασίας ως τη μεταβλητή που φέρει το βάρος των προσαρμογών και των αναγκών της ως χώρο εξερεύνησης και διεύρυνσης των σφαιρών αξιοποίησης του κεφαλαίου, αποτελούν απαράβατους όρους κάθε νέας ρύθμισης, με βάση τη σημερινή συντριπτική ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου.
16/11/2008
ΑΥΓΗ 

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Η κρίση είναι συστημική

Δημοσιεύτηλε στην Εποχή την Κυριακή 9/11/2008

Η κρίση είναι συστημική

των Σπύρου Λαπατσιώρα και Γιάννη Μηλιού

Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα ρύθμισης της χρηματοδότησης

Στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου (σ. 650) ο Μαρξ παρατηρούσε: «Όσο καιρό ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας θα εμφανίζεται ως η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος, και, επομένως, ως ένα πράγμα έξω από την πραγματική παραγωγή, είναι αναπόφευκτες οι χρηματικές κρίσεις, είτε ανεξάρτητα από τις πραγματικές κρίσεις είτε σαν όξυνση πραγματικών κρίσεων».
            Το σύγχρονο «υπόδειγμα» χρηματοδότησης της παραγωγικής διαδικασίας τοποθετείται χρονικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και προκύπτει από την κατάργηση περιορισμών που είχαν επιβληθεί στο χρηματοπιστωτικό (ΧΠ) σύστημα και τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων μετά την κρίση του ’29, δηλαδή από την ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο πλαίσιο ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας. Στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα δεν καταργούνται οι ρυθμίσεις και τελικά οι εγγυήσεις που παρέχει ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης στην «ορθή» για τη συσσώρευση λειτουργία του ΧΠ συστήματος, αλλά αντικαθίστανται από άλλες, συμβατές με τις λειτουργίες που απαιτεί το υπόδειγμα αυτό.
Βασικό χαρακτηριστικό του νεοφιλελεύθερου πλαισίου ρύθμισης της ΧΠ σφαίρας αποτελεί η ανάπτυξη της εξωτραπεζικής χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και των επιχειρήσεων από τις διεθνείς αγορές. Επιχειρήσεις, αρχικά μεγάλες με διεθνείς δραστηριότητες αλλά στη συνέχεια επίσης μεσαίου μεγέθους με κατάλληλη πιστωτική αξιοπιστία, χρηματοδοτούν τη δραστηριότητά τους κυρίως μέσα από μη-τραπεζικές πηγές δανεισμού. Εκδίδοντας επιχειρηματικούς βραχυπρόθεσμους τίτλους, είτε δανειζόμενες από διάφορα χρηματοδοτικά μη-τραπεζικά σχήματα (τα οποία περιλαμβάνουν ασφαλιστικά ταμεία, αμοιβαία κεφάλαια, hedge funds, ασφαλιστικές εταιρίες και μια πλειάδα άλλων ειδικών μορφών κεφαλαίων) που συνάπτονται γι’ αυτό το σκοπό. Στη συνέχεια αποκτούν πρόσβαση σε εξωτραπεζικές λειτουργίες χρηματοδότησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου όχι μόνο οι επιχειρήσεις αλλά και τα στεγαστικά δάνεια, τα φοιτητικά δάνεια, τα δάνεια για αγορά αυτοκινήτου, οι πιστωτικές κάρτες, τα δάνεια που συνάπτουν οι δήμοι κλπ.
Αυτό το υπόδειγμα χρηματοδότησης, προϋποθέτει την τιτλοποίηση των χρεών και τη διεθνή κινητικότητα των κεφαλαίων, δηλαδή τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου χώρου πολλαπλών σφαιρών επένδυσης ατομικών και μεμονωμένων κεφαλαίων, που η λειτουργία του καθιστά αυτές τις προϋποθέσεις διευρυνόμενα αποτελέσματά του.  Ως αποτέλεσμα, συγκροτήθηκε μία Διεθνής του Κεφαλαίου, στην αναζήτηση της ασφαλούς απόδοσης και της αυτοαξιοποίησης του χρήματος, τα μέλη της οποίας επιδίδονται στο να εξερευνούν τον χάρτη των ασφαλών αποδόσεων ανά τη γη. Πρόκειται για μία πολύπλοκη τεχνική που καμώνεται ότι είναι επιστήμη.
Από τον Μαρξ γνωρίζουμε ότι η κεφαλαιακή σχέση παραγωγής αναπαράγει διευρυμένα τον εαυτό της. Και το ελάχιστο στοιχείο που συνθέτει τον εαυτό της είναι μία απαίτηση ιδιοποίησης, ένας τίτλος κατοχής πάνω στην αξία και τους όρους παραγωγής της, μια υπόσχεση ιδιοποίησης υπεραξίας. Επομένως, η τιτλοποίηση των απαιτήσεων στη μελλοντική αξία και υπεραξία συνιστά ένα καθαρό στοιχείο της κεφαλαιακής σχέσης. Η αναπαραγωγή της συνιστά μια αέναη παραγωγή τίτλων και μία αέναη επιχείρηση κάμψης των αντιστάσεων που πηγάζουν από τη φύση και την εργασία, κάμψης των αντιστάσεων στις πιθανές σφαίρες αξιοποίησης και κάμψης των αντιστάσεων που δημιουργούν άλλα κεφάλαια στην κερδοφορία. Η διαχείριση κινδύνου είναι ενσωματωμένη στη διαδικασία παραγωγής ακριβώς γιατί καμία πάλη ενάντια σε κάτι που αντιστέκεται δεν είναι διασφαλισμένη, έτσι που ό,τι βλέπουμε ως τεχνικές διαχείρισης κινδύνου δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχιση με άλλα μέσα του καθημερινού πολέμου στη σφαίρα παραγωγής. 
Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα χρηματοδότησης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και αναπαραγωγής επιτέλεσε σημαντικές λειτουργίες για την έξοδο από την κρίση υπερ-συσσώρευσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του '70.
Με την αύξηση των εξωτραπεζικών μορφών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, οι τράπεζες οδηγήθηκαν στην αυξανόμενη τιτλοποίηση ως μέσου μεγέθυνσης του κύκλου εργασιών τους και στην εξασφάλιση προμηθειών από διευκολύνσεις χρηματοδότησης, ως πηγών κέρδους. Όταν κάποιος συνάπτει ένα δάνειο απαιτείται να εμφανιστεί ένα ορισμένο ποσό κεφαλαίου ώστε να υπάρχει εγγύηση σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων του δανειολήπτη. Αυτό όμως περιορίζει τη δυνατότητα χορήγησης δανείων εφόσον απαιτείται να δεσμεύεται κεφάλαιο σε ένα ορισμένο ποσοστό. Αν κάποιος πουλήσει το δάνειο, δηλαδή εκδώσει ένα τίτλο που ο κάτοχός του λαμβάνει τη χρηματοροή του δανείου, πρώτον δεν απαιτείται να δεσμεύσει κεφάλαιο, δεύτερον μπορεί να παρακρατήσει ένα τμήμα της χρηματοροής ως προμήθεια για την έκδοση του τίτλου, επομένως να βρει μία διαφορετική πηγή κερδοφορίας που εξαρτάται ευθέως από την πιστωτική επέκταση που επιτυγχάνεται, δηλαδή το πλήθος των δανείων που εκδίδονται. Ωστόσο, αυτό ενέχει κάποιους περιορισμούς. Πρώτον, γενικά η πιστωτική επέκταση συντελεί στην αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, δεύτερον η αύξηση των επιτοκίων πλήττει την αξία των υπαρχόντων τίτλων σε περίπτωση ρευστοποίησής τους ή στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται ως εγγύηση για πρόσβαση σε ρευστό χρήμα. Αυτό ενέχει τη δυνατότητα αναταραχών στο πιστωτικό σύστημα, όποτε οι νομισματικές αρχές θεωρούν ότι πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια. Από την άλλη, τα χαμηλά επιτόκια διευκολύνουν τη επέκταση της πίστης και υπό κάποιες συνθήκες πέραν των ορίων που θέτουν οι ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής.
Η ανάδυση και η επικράτηση του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος δεν προέκυψε ως ένα πλήρες υπόδειγμα αλλά ως μία διαδικασία η οποία λάμβανε υπόψη τις αποτυχίες, τις επιτυχίες και το μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Δεν επικράτησε αυτόματα σε όλες τις χώρες. Μπορούμε να πούμε ότι διαχύθηκε με μεταβαλλόμενους ρυθμούς μετά την επικράτηση στις ΗΠΑ και στη Βρετανία. Για λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με την ιστορικότητα συγκρότησης όσο και με τη διάρθρωση του πλέγματος των διεθνών σχέσεων, οι ΗΠΑ και σε μικρότερο βαθμό η Βρετανία, αποτέλεσαν κέντρα της διεθνούς ΧΠ σφαίρας από τα οποία διαχέονταν εργαλεία, καινοτομίες, μορφές οργάνωσης κλπ. στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα. Επομένως, στοιχείο του πυρήνα του υποδείγματος αποτελεί αυτή η σύνθετη διάθρωση σχέσεων όπου η Wall Street και το City επέχουν θέση κέντρου διάχυσης των νέων ρυθμίσεων και μορφών οργάνωσης του ΧΠ συστήματος.

Οι «ιππότες» της ασφαλούς απόδοσης και τα υποκείμενα της ανασφαλούς ζωής

Η άνοδος των τιμών κατοικίας, η χορήγηση subprime δανείων, η τιτλοποίηση, η αξιολόγηση των τίτλων κλπ. δεν είναι αιτίες αλλά μορφές εμφάνισης και μέσα εκδίπλωσης των στοιχείων και των σχέσεων που συγκροτούν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, δηλαδή την ειδική μορφή συγκρότησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών μετά το 1980. Tα subprime δάνεια και η αλυσίδα της τιτλοποίησης, που από μια εξωτερική ματιά ενέχονται για την κρίση, αποτελούν στην πραγματικότητα συνέπεια όχι μόνο του τρόπου λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά του συνόλου των στοιχείων που συνθέτουν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.
            Η παρούσα κρίση που εκδηλώθηκε στη χρηματοπιστωτική σφαίρα είναι έτσι κρίση συστημική. Συστημική με την έννοια ότι γεννήθηκε από τα στοιχεία και τις σχέσεις που συνθέτουν τον πυρήνα του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος. Συστημική, επίσης, διότι έπληξε σημαντικούς κόμβους του συστήματος και μέσω αυτών τους όρους λειτουργίας της Διεθνούς του Κεφαλαίου. Συστημική με την έννοια, επίσης, ότι πλήττει το ισχυρότερο κέντρο οργάνωσης του υποδείγματος: Τις αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ (αλλά και της Βρετανίας) που ήταν οδηγητικοί κόμβοι του συνολικού συστήματος για την οργάνωση αγορών, τη μεσολάβηση σε αυτές και την προώθηση χρηματοοικονομικών καινοτομιών και εργαλείων. Και, τέλος, συστημική διότι η ικανότητα του συλλογικού κεφαλαιοκράτη να εγγυάται τη λειτουργία αυτής της ρύθμισης επλήγει.
Το ζήτημα είναι, τελικώς, ότι η κοινωνική ασφάλιση εξαρτάται από τις αποδόσεις των ασφαλιστικών ταμείων, η παιδεία από τα φοιτητικά δάνεια, η εργασία από τη διεθνή αποτίμηση της κερδοφορίας της επιχείρησης στα χρηματιστήρια, τα τρόφιμα από την εύρυθμη λειτουργία των αγορών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, οι λειτουργίες των δήμων από τα αμοιβαία κεφάλαια και τις διεθνείς χρηματαγορές τίτλων, το περιβάλλον από τα δικαιώματα ρύπων και η κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών από το ύψος του χρέους στις πιστωτικές κάρτες.
Στις σημερινές συνθήκες το πρόταγμα για απο-εμπορευματοποίηση των αναγκών, δηλαδή  αγώνας για την οργάνωση των κοινωνιών με βάση την ικανοποίηση των αναγκών και όχι με βάση τον ψυχαναγκασμό του λογισμού της αξιοποίησης των κεφαλαίων επείγει. Το ζήτημα δεν είναι η αναζήτηση μιας «νέας ρύθμισης» για την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού, αλλά η ανάληψη δράσης για την ανατροπή του.


Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

ακρίβεια

Ακρίβεια και πληθωρισμός


Τις τελευταίες μέρες έχει πλέον πάψει ακόμη και από τα δελτία των 8 να θεωρείται ότι η αύξηση των τιμών (την οποία ονομάζουμε πληθωρισμό) ισοδυναμεί με ακρίβεια. Πλέον έχει αρχίσει να γίνεται κοινός τόπος: ακρίβεια σημαίνει οι τιμές των εμπορευμάτων να αυξάνουν περισσότερο από την όποια αύξηση του εισοδήματος. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη δικαιολόγηση: αν οι μισθοί από 100 αυξηθούν σε 200 και η τιμή από 100 γίνει 150 δεν έχω καμία κατάσταση ακρίβειας, μάλλον το αντίθετο. Για να έχω κατάσταση ακρίβειας πρέπει το εισόδημα από 100 να γίνει 150 και η τιμή από 100 να γίνει 200. Επομένως η αύξηση των τιμών δεν σημαίνει ακρίβεια: πρέπει και τα εισοδήματα να αυξηθούν λιγότερο από τις τιμές και να συνεχίσω να αγοράζω αυτά που αγόραζα για τα οποία αυξήθηκαν οι τιμές.
Οι πολιτικές που ασκούνται τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια θέτουν ως στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Για την υπηρέτηση αυτού του στόχου επιστρατεύουν μια ιδέα: αιτία της αύξησης των τιμών είναι η αύξηση των μισθών. Έχει προπαγανδιστεί τόσο πολύ που έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος. Ωστόσο δεν ισχύει.

Τιμή, μισθός, κέρδος

Πρώτη σκέψη. Στην τιμή ενός προϊόντος, ας πούμε ενός πακέτου ζυμαρικών, περιλαμβάνονται το κόστος των πρώτων υλών και οι μισθοί που πληρώθηκαν για να παραχθεί αυτό το πακέτο καθώς και τα κέρδη που αντιστοιχούν στη πώληση αυτού του πακέτου. Είναι άμεσα φανερό ότι όταν αυξάνει ο μισθός που αντιστοιχεί στη παραγωγή μίας μονάδας του προϊόντος δεν έχουμε αναγκαία αύξηση της τιμής. Μπορεί το κέρδος να μειωθεί ανάλογα και η τιμή να μείνει σταθερή. Μόνο εφόσον έχουμε ως «κρυφή» σκέψη ότι τα κέρδη οφείλουν να παραμένουν ανεπηρέαστα ή να αυγαταίνουν μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι η αύξηση των μισθών οδηγεί σε αύξηση των τιμών.
Δεύτερη σκέψη. Μπορεί οι μισθοί και το κέρδος να αυξάνουν και η τιμή να παραμένει σταθερή ή να μειώνεται. Αν πληρώνεις μισθό 100 και ο εργαζόμενος στο ωράριο φτιάχνει 100 πακέτα, ο μισθός που αντιστοιχεί σε ένα πακέτο είναι 1. Ας πούμε ακόμη ότι κάθε πακέτο έχει τιμή 3 ενώ το κόστος πρώτων υλών και το κέρδος είναι 1 στο πακέτο. Αν αυξηθεί η παραγωγικότητα, δηλαδή στο ωράριο φτιάχνονται 300 πακέτα, τότε μπορείς να αυξήσεις τον μισθό στα 150 και συγχρόνως να έχεις περισσότερο κέρδος. Πραγματικά: για κάθε πακέτο θα πληρώνεις μισθό μισό ευρώ, θα έχει κόστος πρώτων υλών 1 και με τιμή 3, θα κερδίζεις 1,5 στο πακέτο ή μπορεί και να μειωθεί η τιμή και να διατηρήσεις 1 ευρώ κέρδος ανά πακέτο με πολύ υψηλότερα συνολικά κέρδη εφόσον έχουμε 300 πακέτα πλέον.
Οι επιχειρήσεις είναι ένας μηχανισμός παραγωγής κέρδους. Κέρδος μπορούν να έχουν και αυξάνοντας την παραγωγικότητα και αυξάνοντας τις τιμές. Οι επιχειρήσεις όμως έχουν διαφορετικούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας. Επιχειρήσεις που στηρίζονται στην εισαγωγή τεχνολογίας παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση παραγωγικότητας από επιχειρήσεις που στηρίζονται μόνο σε εντεινόμενους ρυθμούς εργασίας. Επίσης, η αύξηση των τιμών είναι δυνατή στο βαθμό που δεν κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς από άλλες επιχειρήσεις: δηλαδή προϋπόθεση είναι μιας μορφής ολιγοπωλιακή δομή (για παράδειγμα, να έχουν ένα προϊόν που διαφέρει από άλλα και δεν υποκαθίσταται εύκολα ή να ελέγχουν σε σημαντικό βαθμό το δίκτυο διανομής του προϊόντος ή οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει μια ολιγοπωλιακή αγορά). Αλλά αυτή η προϋπόθεση ισχύει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις περισσότερες αγορές κάθε ανεπτυγμένης οικονομίας, όχι μόνο της Ελλάδας.
Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις καταλαβαίνουμε ότι οι αυξήσεις του κόστους των πρώτων υλών (τροφίμων, μετάλλων, πετρελαίου) που προέρχονται από την αύξηση των διεθνών τιμών αυτών δεν συνεπάγονται αυτόματα αυξήσεις τιμών. Συνεπάγονται τάση μείωσης των τρεχόντων επιπέδων κερδοφορίας, μεγαλύτερη για της χαμηλής παραγωγικότητας, μικρότερη για της υψηλής παραγωγικότητας επιχειρήσεις.

Η ιερότητα του κέρδους

Με βάση επίσης τις προηγούμενες σκέψεις μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια.
Πρώτο. Οι επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, ή που έχουν υψηλούς ρυθμούς αύξησής της, παρουσιάζουν αυξημένα κέρδη λόγω της υψηλότερης αύξησης της παραγωγικότητας σε σχέση με τους μισθούς και λόγω του ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δε μεταφράζεται πάντα, όπως θα μπορούσε, σε μείωση των τιμών – αντίθετα μάλιστα. Εδώ υπάρχει και μία δεύτερη διάσταση. Μετά το 2004 η ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου (και έναντι του γιέν) καθιστά ακριβότερα τα προϊόντα που εξάγονται εκτός ζώνης του ευρώ. Δηλαδή, οι επιχειρήσεις που εξάγουν, συνήθως υψηλότερης παραγωγικότητας αλλά όχι μόνο, διαπιστώνουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς στο εξωτερικό. Την πίεση που προκαλεί αυτή η διαπίστωση μπορούμε να την αισθανθούμε και εμείς από τη διαφορά των τιμών που χρεώνουν οι επιχειρήσεις για τα προϊόντα που πωλούνται εγχώρια σε σχέση με αυτά που εξάγονται. (Ό,τι το 2000 πωλούσαν οι επιχειρήσεις πλην κατασκευών και ενέργειας 100, τώρα πωλείται εγχώρια κατά μέσο όρο 135, ενώ τόσο εκτός ζώνης ευρώ όσο και εντός 113 – στις ευρωπαϊκές χώρες γενικά υπάρχει χαμηλότερος πληθωρισμός έναντι του ελληνικού και οι ελληνικές επιχειρήσεις προσπαθούν να κερδίσουν μερίδια αγοράς. Παρατηρούμε επίσης ότι τα ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικά αγαθά εγχώρια πωλούνται σε 140 και έξω σε 114 – ο πιο εντυπωσιακός κλάδος είναι της παραγωγής μονωμένων καλωδίων, όπου εγχώρια πωλεί 605 και εκτός 157). Το συμπέρασμα είναι σαφές. Τα ήδη αυξημένα περιθώρια κερδοφορίας, αυτές οι επιχειρήσεις επιχειρούν να τα αυξήσουν ή να τα διατηρήσουν, μετακυλώντας το κίνδυνο που φέρει κάθε επιχείρηση από τις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή το κόστος από τις αυξήσεις των τιμών των πρώτων υλών στους «ιθαγενείς» μισθωτούς.
Δεύτερο. Οι επιχειρήσεις με χαμηλή ή με χαμηλούς ρυθμούς αυξανόμενη παραγωγικότητα, για να επιτύχουν τα μέσα περιθώρια κέρδους, δεν μπορούν να αποδεχτούν αύξηση μισθών μεγαλύτερη από την όποια αύξηση παραγωγικότητας έχουν επιτύχει χωρίς να αυξήσουν τις τιμές – διότι αν δεν αυξήσουν τις τιμές μειώνεται το κέρδος ανά μονάδα προϊόντος ή και το συνολικό κέρδος. Όπως όμως γνωρίζουμε το κέρδος είναι «ιερό» και «μη μου άπτου». Αυτές οι επιχειρήσεις προσβλέπουν ως εγγύηση στην ικανοποιητική κερδοφορία τους, με μεγαλύτερη ένταση από την προηγούμενη ομάδα, στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο απορύθμισης της εργασίας (ή μίας πιο βάρβαρης ρύθμισης – το περιεχόμενο σχεδόν κάθε «μεταρρύθμισης» που εξαγγέλλεται τα τελευταία χρόνια). Επειδή μία αύξηση μισθών σε ένα κλάδο αφορά όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου και μία γενική συλλογική σύμβαση όλες τις επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας για να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα κέρδη θα ήθελαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, εργαζόμενους που να μην υπάγονται στην κλαδική ή τη γενική σύμβαση. Γενικότερα εργαζόμενους οι οποίοι δεν θα έχουν διαπραγματευτική δύναμη να διεκδικήσουν αυξήσεις μισθών. Η ύπαρξη εργαζομένων χωρίς δικαιώματα, με χαμηλούς μισθούς και ελαστικές σχέσεις εργασίας, γενικά χωρίς συνδικαλιστική έκφραση, αυτή η «δεύτερη αγορά εργασίας», δίνει το «δικαίωμα» «κανονικών» ή και υψηλών περιθωρίων κέρδους σε αυτές τις επιχειρήσεις χωρίς να χρειάζεται να προχωρήσουν σε σημαντικές αυξήσεις τιμών, όπως συνέβαινε σε όλη την περίοδο πριν την ανατίμηση του ευρώ και την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών. Δεν είναι μόνο η γενιά των 700 ευρώ ή μόνο η Μανωλάδα, είναι ένα μεγάλο τμήμα εργαζόμενων που ανήκει σε αυτή τη κατηγορία (εκτιμήσεις της ΓΣΕΕ αναφέρουν πάνω από ένα εκατομμύριο εργαζομένους που δεν υπάγονται στη γενική συλλογική σύμβαση). Πλην όμως, να σημειώσουμε παρεκβατικά, οι πολιτικές στήριξης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων μέσω της συμπίεσης των μισθών δημιουργούν αντικίνητρα για τις επιχειρήσεις στην επιδίωξη της αύξησης των κερδών μέσω των αυξήσεων παραγωγικότητας, δηλαδή στην αναζήτηση κατάλληλου τεχνολογικού εκσυγχρονισμού.

Ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό

Σε αυτή την κατηγορία των εργαζομένων έχουμε ακρίβεια ακόμη και χωρίς πληθωρισμό, επειδή τα εισοδήματα βρίσκονται κάτω από ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής. Με άλλα λόγια, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο γενικευμένης «ευελιξίας» της αγοράς εργασίας, της εγκατάλειψης της ιδέας κατώτατων μισθών, συλλογικών συμβάσεων, ελάχιστου ποσοστού απολύσεων, συνδικαλιστικών ελευθεριών, περιορισμού γενικότερα των δικαιωμάτων των εργαζομένων και συμπίεσης των μισθών έχει ως περιεχόμενο το εξής δίλημμα: αν δε θέλετε πληθωρισμό αποδεχτείτε χαμηλούς μισθούς και την αδυναμία να τους αυξήσετε, δηλαδή αποδεχτείτε την αύξηση των ανισοτήτων, της φτώχειας και την ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό.
Συνάμα λειτουργεί και ο έτερος άξονας του νεοφιλελεύθερου σχεδίου: ιδιωτικοποιήσεις. Στο βαθμό που μία επιχείρηση ιδιωτικοποιείται ή λειτουργεί πλέον με κριτήρια παραγωγής κέρδους, είναι φανερό ότι σε κλάδους που, για λόγους κοινωνικής πολιτικής, οι τιμές ήταν χαμηλές αναμένονται αυξήσεις τιμών. Αυτή την αναμονή η κυβέρνηση την εκπληρώνει με το καλύτερο τρόπο: Σε σημαντικές επιχειρήσεις που οι τιμές εξαρτώνται από αποφάσεις της κυβέρνησης παρατηρούμε αυξήσεις τιμών πάνω από το γενικό επίπεδο πληθωρισμού με σημαντικότερο παράδειγμα τη ΔΕΗ (δεν μπορεί η ΔΕΗ να είναι μετοχική επιχείρηση και να μην παρουσιάζει κέρδη – βεβαίως η αύξηση των τιμών επιτρέπει και την είσοδο άλλων επιχειρηματιών στην αγορά ενέργειας). Επιπρόσθετα στο βαθμό που υποχρηματοδοτούνται τομείς του δημοσίου, όπως για παράδειγμα η υγεία και η παιδεία, οδηγούνται όσοι μπορούν να ανταπεξέλθουν ή όσοι είναι αναγκασμένοι (ακόμη και με δάνεια) στον ιδιωτικό τομέα υγείας και παιδείας. Αυτή η τάση μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα για άλλα αγαθά, επομένως διογκώνει την ακρίβεια.

Κρίση των μισθών και «κρίση»

Μπορούμε να συμπεράνουμε: η εγγύηση της δυνατότητας κερδοφορίας, μέσω της αποδυνάμωσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων και επομένως των εισοδημάτων τους, που παρέχουν οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, αποτελεί τον βασικό όρο της ακρίβειας, εντός της οποίας ζει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, και της εξώθησης στη φτώχεια ενός μεγάλου επίσης υποσυνόλου του. Ο πληθωρισμός, η αύξηση των τιμών, είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας των επιχειρήσεων να διατηρήσουν τα ιστορικά υψηλά επίπεδα κερδοφορίας που εμφανίζουν, δηλαδή μετακυλώντας στους μισθωτούς τα αποτελέσματα αύξησης του κόστους. Η ανομοιογένεια των αυξήσεων παραγωγικότητας και των τάσεων πτώσης του κέρδους καθορίζει τις τάσεις αύξησης των τιμών. Και τέλος, αν υπάρχει μία κρίση, αυτή έγκειται στην κρίση που αντιμετωπίζουν οι μισθωτοί (εφόσον κρίση κερδών δεν υπάρχει, τουλάχιστον προς το παρόν) και στους φόβους να διαμορφωθεί η πιθανότητα/δυνατότητα αυτή η κρίση να μετατραπεί σε αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης και αποδιάρθρωση της κοινωνικής βάσης που αντιπροσωπεύεται σε αυτή.