1. Από
τα αίτια στα αποτελέσματα
Πολλοί
διερωτώνται τι έκανε την ηγετική ομάδα
της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ να αλλάξει
αιφνιδίως γραμμή πλεύσης. Ενώ φαινόταν
ότι ήταν έτοιμη να αποδεχθεί την
«οδυνηρή», «έντιμη (ma non troppo)» και πάντως
ακολουθούσα τις επιταγές του
νεοφιλελευθερισμού συμφωνία (με κάποιες
απαλύνσεις προκειμένου να επικυρωθεί
από τη Βουλή και να μην προκληθούν
έντονες λαϊκές αντιδράσεις), προκήρυξε
το αστραπιαίο δημοψήφισμα.
Η απόφαση
αυτή εκφράζει σίγουρα το αγωνιστικό
«πνεύμα της Γένοβας» που διέπει μεγάλο
μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και εάν βρέθηκε
σε χειμερία νάρκη από το 2012 ως τις
τελευταίες μέρες. Αυτό το «πνεύμα»
έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη στάση
στελεχών προηγούμενων «γενεών» του
ΣΥΡΙΖΑ όσο και των προερχόμενων από τον
πασοκικό και τον επιχειρηματικό χώρο
που διαφώνησαν, περισσότερο ή λιγότερο
ανοιχτά, κρούοντας κώδωνες κινδύνου,
απειλώντας με παραιτήσεις και συστήνοντας
εν γένει «σύνεση» και ουσιαστικά
συνθηκολόγηση.
Η κυρίαρχη
στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, διαμορφωμένη
από το Νοέμβριο του 2013, εδράζεται στην
πεποίθηση ότι η Ελλάδα μετά την κρίση
του 2008 μπορεί να κυβερνηθεί με τον
προκρισιακό τρόπο, εάν υπάρξει «κατάλληλη»
κυβερνητική βούληση, βασισμένη στη
λαϊκή υποστήριξη και σε κάποια εξωτερική
στήριξη (ο σύντροφος Ολάντ, ο διαχυτικός
Γιουνκέρ, ο ευαίσθητος Ντράγκι). Πρόκειται
για κλασική επιλογή ενός αριστερού
κόμματος για «ιστορικό συμβιβασμό» και
για άσκηση πολιτικής στο πνεύμα μιας
κυβέρνησης εθνικής ενότητας που δεν
λέει το όνομά της, αλλά δρα με αυτό το
σκεπτικό. Αποτέλεσμα ήταν η μετατροπή
της κοινωνικής διεκδίκησης σε εθνική
με βάση την ιδέα του «ενός έθνους».