Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Μετά το PSI


Μετά το PSI

Η ελληνική κοινωνία δε βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα λόγω χαμηλής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της. Αλλά λόγω ακύρωσης του τρόπου με τον οποίο χρηματοδοτούσε τις ανάγκες της μέχρι την κρίση του 2008. Οι αγορές χρήματος ανα-τιμολόγησαν τον κίνδυνο να δανείζει κανείς στην μέχρι τότε υψηλά μεγεθυνόμενη και με υψηλά επίπεδα κερδοφορίας ελληνική οικονομία συνδυάζοντας τα αποτελέσματα της κρίσης του 2008 (που έπληξε τις δυνατότητες δανεισμού των τραπεζών) με την τότε ευρωπαϊκή πολιτική διαχείρισής της. Η έξοδος από τις αγορές καθώς οδηγούμαστε από τη κυβέρνηση Παπανδρέου στο ΔΝΤ (με επιτόκια δανεισμού εκείνη την εποχή χαμηλότερα από τα πρόσφατα της Ιταλίας) έβαλε ένα τέλος στο μοντέλο συσσώρευσης που είχε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Για τη χρηματοδότηση των αναγκών, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, η ελληνική οικονομία πρέπει να μεταστραφεί σε πιο εξαγωγική οικονομία απ’ ότι ήταν. Ωστόσο αυτό το γεγονός δε σημαίνει ότι η χαμηλή εξωστρέφεια αποτέλεσε αιτία της κρίσης που βιώνουμε. Το να καθίσταται το αποτέλεσμα αιτία – η ταυτολογική αναγνώριση πώς «πάθαμε» ότι «πάθαμε» επειδή «παράγουμε λιγότερα απ’ ότι καταναλώνουμε» – αποτελεί προσφιλή μηχανισμό παραγνώρισης και συγκρότησης της ιδεολογικής αστικής ηγεμονίας. Αυτή η παραγνώριση στηρίζει την πολιτική που ακολουθείται και την οποία αναλυτικά επιμερίζουμε σε δύο στρατηγικούς στόχους.

Πρώτος, ελαχιστοποίηση της χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας στα απολύτως αναγκαία. Αυτό δημιουργεί συνθήκες ελαχιστοποίησης των εναλλακτικών επιλογών στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής (εκτός και αν αναληφθεί το «κόστος» ενός άλλου δρόμου). Το «κούρεμα» του ιδιωτικού χρέους το οποίο μειώνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας για την επόμενη δεκαετία σε τόκους (μικρότερα επιτόκια) και χρεολύσια (πολύ λιγότερα εφόσον μετατίθενται μετά το 2020). Προφανώς το «κούρεμα» αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμα των ακολουθούμενων πολιτικών, εφόσον δημιουργούν ύφεση και επομένως αδυναμία εξυπηρέτησης χρέους.

Αυτό το σκοπό επίσης εξυπηρετούν η μείωση των δημόσιων δαπανών έτσι ώστε να προκύψουν πρωτογενή πλεονάσματα και οι ιδιωτικοποιήσεις (πέραν του γεγονότος ότι και τα δύο κατατείνουν στο άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας για τους ιδιώτες και υποβοηθούν το στρατηγικό στόχο της υποτίμησης της εργασίας). Η ιδέα ότι για την κρίση ευθύνεται η χαμηλή ανταγωνιστικότητα συγκαλύπτει το γεγονός ότι το πρόβλημα της συσσώρευσης χρέους στην Ελλάδα έχει ως κύρια αιτία του την πολύ χαμηλή φορολόγηση του κεφαλαίου και του πλούτου (και είσπραξής της φυσικά) και νομιμοποιεί τις λύσεις που εντείνουν την αναδιανομή προς όφελος της μερίδας των κερδών. Δεν είναι αβλεψία: όταν ο κ. Ντράγκι ανακοινώνει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο «τελείωσε», τότε καταλαβαίνουμε ότι η πολιτική που ακολουθείται δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο πρόβλημα αλλά με ευρύτερες στοχεύσεις. Ωστόσο καθώς εντείνονται οι κινητοποιήσεις στην Ελλάδα το ποσοστό των δημοσίων δαπανών ως προς το ΑΕΠ που τίθεται ως στόχος συνέχεια αυξάνει: από 30,5% στην τρίτη έκθεση σε 33.5% στη συνέχεια και σε 35% στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Ο δεύτερος στόχος, πιο στρατηγικός, είναι να μεταστραφεί η ελληνική οικονομία σε πιο εξαγωγική οικονομία και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από μία πολιτική «σοκ». Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας κατανοείται ως πρόβλημα σχετικά υψηλών τιμών και στη συνέχεια ως πρόβλημα υψηλών μισθών, παρά την ανάλυση των στοιχείων που δείχνει ότι οι σχετικά υψηλές τιμές οφείλονται στα υψηλά περιθώρια κερδοφορίας στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες (οι μελέτες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και φυσικά τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat). Φυσικά από αυτήν την ανάλυση απουσιάζει οποιαδήποτε διάσταση που έχει να κάνει με την παραγωγικότητα και τους όρους βελτίωσής της, αντίθετα μάλιστα οδηγεί σε μόνιμη καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων.

Η μείωση των μισθών μπορεί να συμβεί είτε με την κυρίαρχη ακολουθούμενη πολιτική «εσωτερικής» υποτίμησης είτε με την περιθωριακή επιλογή της «εξωτερικής» υποτίμησης, (με την υιοθέτηση είτε ενός άλλου νομίσματος είτε ενός καθεστώτος δύο νομισμάτων, ευρώ για εξωτερικές συναλλαγές και νέα δραχμή για τη εσωτερικές συναλλαγές). Και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν υφεσιακές πολιτικές (με διαφορετικές χρονικότητες) που αν και κατατείνουν στον ίδιο στόχο ως προς την υποτίμηση της εργασίας αντιμάχονται τους στόχους για τα ελλείμματα και το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό.

Ο πρωτεύον στόχος αυτών των πολιτικών επιλογών και στόχων επομένως είναι όχι η ανάπτυξη αλλά μία ιστορικών διαστάσεων αναδιανομή προς όφελος του κόσμου του κεφαλαίου που θα εξυπηρετήσει σε ύστερο χρόνο, ως απορρέοντα στόχο, την οργάνωση μίας μορφής ανταγωνιστικότητας τιμών και οργάνωσης της συσσώρευσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μετά από πολλά αναγκαία κουρέματα και εφόσον υποταχθούν οι εργαζόμενοι σ’ αυτήν.

ΣΛ
2012.03.04


Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Μνημόνια: αδιέξοδη βία


Μνημόνια: αδιέξοδη βία

Διαβάζοντας την ομιλία του κ. Παπαδήμου διαπιστώνει κανείς σε πρώτη ανάγνωση να εκφράζεται μία βεβαιότητα. Η  πολιτική του Μνημονίου 2 αποτελεί δρόμο για την «έξοδο από την κρίση». Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε ότι ο χρόνος είναι αόριστος, ένα μεσοπρόθεσμο διάστημα το οποίο δεν ορίζεται, ούτε ότι η λέξη «κρίση» χρησιμοποιείται με πολλαπλές σημασίες και χωρίς ακριβές νόημα, προφανώς για ρητορικούς λόγους. Αυτό που εκπλήσσει ωστόσο είναι ότι αυτή η βεβαιότητα είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με ό,τι προκύπτει από τις δηλώσεις που προέρχονται από την πλευρά του ΔΝΤ ή του Κ. Σόιμπλε: αμφότεροι και όχι μόνο αυτοί διαπίστωναν, πριν ακόμη ψηφιστεί το μνημόνιο 2, πως ό,τι ψηφιστεί δεν επιτυγχάνει το στόχο αποκατάστασης της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και χρήζει προσαρμογών και αναθεωρήσεων.
Η εμμονή ωστόσο στην ίδια πολιτική που υπόκειται του Μνημονίου 1 και οι στόχοι που τίθενται από το Μνημόνιο 2 οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κ. Παπαδήμος ορθά δε συμπεριέλαβε τέτοιες δευτερεύουσας σημασίας αγωνίες στην ομιλία του. Ο στόχος της ανόρθωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι πρωτεύων και ειδικά τα μέσα που συμβάλλουν σε αυτό το στόχο: η διάλυση των εργασιακών κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων και οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών (ως γνωστόν άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα τιμής δεν υπάρχουν –ειδικά ότι αφορά τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων). Μέσα που κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν πρωτεύων στόχος αυτά τούτα.
Ο στόχος μεταστροφής της ελληνικής οικονομίας σε μία περισσότερο εξαγωγική οικονομία σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, με βάση τις πολιτικές που ακολουθούνται, έχει ως μέσο και προϋπόθεση την ύφεση και την αύξηση της ανεργίας. Επομένως μπορεί κανείς να συμφωνήσει με την ορθή διαπίστωση του κ.Παπαδήμου, ότι το πρώτο μνημόνιο πέτυχε αρκετά πράγματα, ειδικά εφόσον μπορεί να τίθεται έγκυρα το δίλημμα άνεργος ή μισθός 300 ευρώ. Δεν αποτελεί η ύφεση ατύχημα και «παράπλευρη απώλεια» και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προϊόν της μη-εφαρμογής του Μνημονίου. Παρόμοιως, τα ελλείμματα και η αύξηση του χρέους αποτελούν αναγκαίο παραπροϊόν, λόγω της ύφεσης. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους μοιάζει να είναι παράπλευρος στόχος που σε κάθε περίπτωση μπορεί να υπηρετείται μόνο υπό τον όρο ότι υποτάσσεται στην εξυπηρέτηση του πρωτεύοντος στόχου.
Με αυτά στο μυαλό, δεν πρέπει να ψέξουμε για υποκρισία τον κ. Παπαδήμο όταν εκφράζει τη λύπη του για «τα επεισόδια που εκτυλίσσονται έξω από αυτή την αίθουσα, που δυστυχώς αμαυρώνουν τις απόλυτα νόμιμες σε μια δημοκρατία, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας».
Το δόγμα που υπόκειται σε αυτές τις πολιτικές, της λιτότητας που φέρνει ανάπτυξη, το οποίο έχει υποστεί κριτική ακόμη και από τους αναλυτές του ΔΝΤ, αποτελεί μία βίαιη πολιτική, που συνοδεύεται με το ανάλογο μίσος απέναντι στην κοινωνία και στους πληβείους, ειδικά από το «κατηχητικό» των κύριων ΜΜΕ. Πρόκειται για βία ενάντια στην πλειοψηφία της κοινωνίας που αποτυπώνεται σε κάθε επιμέρους υπογραφή υλοποίησης αυτής της πολιτικής. Μια βία που εμφανίζεται ως «μη-βία».
Κάθε «μη-βίαιη» υπογραφή απολύσεων και μειώσεων μισθών θα διαχέεται στη κοινωνία και θα παίρνει βίαιες μορφές πολλαχώς: είτε στις γειτονιές από ανθρώπους που θα νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα μέλλον και θα αισθάνονται φυλακισμένοι από το γεγονός ότι το δίλημμα «να πληρώσω φάρμακα ή φαγητό και νοίκι;» θα επιλύεται με χρήματα που δε θα φτάνουν πιθανότατα για καμία από τις εκάστοτε επιλογές, είτε στην ανάπτυξη τοπικών μαφιών που θα συναγελαστούν με την τοπική και κεντρική εξουσία για τη νομή της εξουσίας και των διαθεσίμων πόρων, είτε στις διαδηλώσεις, είτε σε πολλές άλλες μορφές. Ούτε καινοφανές είναι ούτε μη-μελετημένο φαινόμενο.
Ωστόσο, εφόσον το «δόγμα» είναι ορθό, οι πολιτικές που απορρέουν από αυτό επιτάσσεται να θεωρούνται αναγκαία βία, φάρμακο – και ως εκ τούτου μη-βία. Ενώ οι αντιδράσεις των ατόμων που υπόκεινται στο δόγμα είναι μη-αναγκαίες και ανεπιθύμητες, διότι τα άτομα θα έπρεπε να υποστούν αγόγγυστα και στωικά τα αποτελέσματα του «δόγματος» επί των σωμάτων τους και των ψυχών τους, και επομένως κάθε αντίδρασή τους οφείλει να θεωρείται από απλά μη-αναγκαία έως παράλογη βία, που δυναμιτίζει «την κοινωνική ενότητα».
Μέσα από αυτή την έκφραση λύπης για τη μη-κατανόηση από τις υποτελείς τάξεις της αναγκαίας βίας/μη-βίας αυτών των πολιτικών ωστόσο εκφράζεται και μία αγωνία για τα όρια αυτών των πολιτικών: όπως είχε διαπιστώσει και ο Στίγκλιτζ, τέτοιες βάρβαρες πολιτικές δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε μία δημοκρατία χωρίς να εξεγερθούν οι πολίτες – μόνο δικτατορίες έχουν καλύτερη τύχη.
ΣΛ
2012.02.14


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

MNHMONIO 2: Σχόλιο για την κοινωνική μηχανική και τα πειράματά της


MNHMONIO 2:
Σχόλιο για την κοινωνική μηχανική και τα πειράματά της

Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και τα ανεπίσημα κείμενα τα οποία έχουν κυκλοφορήσει μπορούμε να προχωρήσουμε σε κάποιες πρώτες επισημάνσεις σχετικά με το νέο Μνημόνιο που ακόμη είναι προς υπογραφή. Μία πιο πλήρης ανάλυση αποτελεί αντικείμενο άλλου κειμένου.

Α) Μάλλον το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αποτελεί η συνομολόγηση των εταίρων του Μνημονίου ότι αποτελεί στόχο ο κατώτερος μισθός να προσεγγίσει -ώστε να είναι συγκρίσιμος, με όρους και κριτήρια ανταγωνιστικότητας- επίπεδα κατώτερων μισθών όπως αυτά που συναντάμε σε χώρες της Νότιο Ανατολικής - Κεντρικής Ευρώπης και της Πορτογαλίας, μέχρι το τέλος του Ιουλίου του 2012, και μάλιστα με εμπλοκή των κοινωνικών εταίρων.
Ας δούμε μερικούς αριθμούς που δείχνουν το στόχο με βάση τον τρόπο που υπολογίζει η Eurostat τον κατώτερο μισθό. Στην Ελλάδα με τα ισχύοντα αυτή τη στιγμή έχουμε κατώτερο μισθό 876 ευρώ. Στόχος είναι να εναρμονιστεί αυτός με ένα δείκτη που θα περιλαμβάνει κατώτερους μισθούς όπως: της Βουλγαρίας, 138 ευρώ, Τσεχίας 310, Εσθονίας 290, Ουγγαρία 295, Πορτογαλίας 565, Ρουμανίας 161, Σλοβακίας 327, Κροατίας 373 (πηγή Eurostat).
Αποτελεί απόφαση πρωτοφανούς έντασης κοινωνικού πολέμου ενάντια στον κόσμο της εργασίας, η οποία θα έχει σοβαρές συνέπειες για την ελληνική κοινωνία και τον τρόπο που λειτουργεί.
Το ότι οι νέοι αντιμετωπίζονται ως ειδική κατηγορία που θα λαμβάνει μειωμένο μισθό κατά 10% δείχνει τη θέση που επιφυλάσσουν γι’ αυτούς και εκτός από κοινωνικά άδικη - οιονεί νομοθέτηση εξαθλίωσης - αποτελεί αναποτελεσματική παρέμβαση ως προς τη μείωση της ανεργίας στους νέους. Η χαλάρωση της νομοθετικής προστασίας και οι ατομικές συμβάσεις θα οδηγήσουν τους εργαζόμενους σε δυσμενέστερες συνθήκες.

Β) Τα μέτρα τα οποία έρχονται προς ψήφιση συνεχίζουν να κινούνται στην αδιέξοδη λογική του πρώτου Μνημονίου να μεταστραφεί η ελληνική οικονομία σε μία εξαγωγική οικονομία σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πρόκειται για πολιτικές και μέτρα τα οποία έχουν ως μέσο και προϋπόθεση την ύφεση. Δεν αποτελεί η ύφεση ατύχημα και «παράπλευρη απώλεια» και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προϊόν της μη-εφαρμογής του Μνημονίου. Πρόκειται για πολιτικές και μέτρα τα οποία καθώς οδηγούν στην αύξηση της ανεργίας και στην εκκαθάριση κεφαλαίων, καταστρέφουν παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, όπως ομολογείται και από τις προηγούμενες εκθέσεις της τρόϊκα.
Οι στόχοι του νέου μνημονίου βαθαίνουν την ύφεση και οξύνουν τις κοινωνικές ανισότητες και συγκρούσεις με αμφίβολα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για τους στόχους που θέτουν εξόδου από την ύφεση της ελληνικής οικονομίας ως Ελντοράντο υποτιμημένης εργασίας. Οι ημερομηνίες εξόδου από την κρίση ομολογούνται ως αόριστες και στο μακρινό μέλλον. Πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου και πειράματα επί των ανθρώπινων ζωών και της αξιοπρέπειας.
Με βάση ό,τι περιλαμβάνεται στο κείμενο που κυκλοφορεί η μείωση της εσωτερικής ζήτησης η οποία συνεπάγεται το πρόγραμμα, με δεδομένη την ευρωπαϊκή διολίσθηση στην ύφεση και γενικότερα την κάμψη των ρυθμών ανάπτυξης των κύριων οικονομικών και εμπορικών εταίρων για το 2012, κάνει τις εκτιμήσεις για ύφεση μόνο 4-5% υπεραισιόδοξες. Θα πρέπει να αναμένουμε με βάση τις πολιτικές που περιγράφονται στο πρόγραμμα, με δεδομένη και την νέα μείωση των Δημόσιων Επενδύσεων νέο έτος βαθιάς ύφεσης για την ελληνική οικονομία.

Γ) Αλλά σημεία. Ενώ οι τράπεζες πληρώνονται από τον ελληνικό λαό, επιτρέπεται στους τραπεζίτες να τις κρατάνε υπό την ιδιοκτησία τους, με το μέτρο κοινών μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου, αντί να τεθούν υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο ώστε να καταπολεμηθεί η πιστωτική ασφυξία.
Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου απουσιάζει ενώ αναγγέλλονται νέες επιβαρύνσεις για τους μισθωτούς.
Με βάση την υιοθέτηση της θέση ότι θα σε περίπτωση απόκλισης από τους στόχους θα λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα, λόγω της ύφεσης και της σίγουρης απόκλισης από τους στόχους θα πρέπει να περιμένουμε νέες αναθεωρήσεις στόχων μέχρι το καλοκαίρι
Ως προς τις επενδύσεις, μέχρι τον επόμενο μήνα θα πρέπει να γίνει νόμος για την διευκόλυνση τους. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται και ζητήματα που αφορούν τη χαλάρωση των κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές συνέπειες. Αυτό αποτελεί πρόκληση για τον 21 αιώνα που το ζήτημα του περιβάλλοντος γίνεται καθοριστικό και υποβαθμίζει το περιβάλλον στην Ελλάδα μόνιμα, και όχι μόνο για την επόμενη δεκαετία. Το κόστος αποκατάστασης δε μελετήθηκε προφανώς, από όσους θα παραδεχτούν ότι πρόλαβαν να διαβάσουν το νέο Μνημόνιο.
Τελευταίο, αλλά όχι ύστατο: αν και μέχρι το 2015 αναγγέλλονται μόνο 19δις. ιδιωτικοποιήσεων, γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που δεν πιάνονται οι λογιστικοί στόχοι, λόγω υποτιμημένων αξιών από την κρίση, θα εντάσσονται και άλλα δημόσια περιουσιακά στοιχεία σε ιδιωτικοποίηση πέραν των αναγγελθέντων.
ΣΛ
2012.02.10


Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Αυτό το "κούρεμα" δεν απαντά στη βιωσιμότητα του χρέους


Αυτό το "κούρεμα" δεν απαντά στη βιωσιμότητα του χρέους

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*

Αν και γράφουμε αυτές τις γραμμές πριν την διαφαινόμενη πιθανότατη ολοκλήρωση του πρώτου γύρου που αφορά την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, το περίφημο PSI PLUS, μάλλον οδηγούμαστε στην αναγγελία μίας συμφωνίας σχετικά συμβατής με τους λογιστικούς στόχους, που είχαν τεθεί στην Σύνοδο της 26ης Οκτωβρίου. Αν τη ημέρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές δεν έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία τότε η αναγκαιότητα διαγραφής ενός τμήματος του χρέους θα οδηγήσει στην πραγματοποίησή της στο επόμενο διάστημα είτε στο μη-εθελοντικό μονομερές «κούρεμα» και τα δύο με περιπλοκή των πολιτικών εξελίξεων. Η ολοκλήρωσή της θα είναι αποτέλεσμα το οποίο θα βάλει ένα κόμμα στην ιδεολογική τρομοκρατία που ασκήθηκε στην ελληνική κοινωνία για τις ανάγκες δημιουργίας συναίνεσης στην υπάρχουσα πολιτική και θα ανοίξει νέους, πιο δύσκολους γύρους, για το πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τις τύχες της υπάρχουσας μορφής αστικής ηγεμονίας.
Αποτελεί πρώτο γύρο με δύο έννοιες.
Πρώτη έννοια: Ανοίγει την εποχή των αναδιαρθρώσεων χρέους στον αναπτυγμένο κόσμο, σε ευρωπαϊκά κράτη. Η πολιτική που ακολουθείται προϋποθέτει αναγκαία την αναδιάρθρωση χρέους για όποια χώρα χάσει την πρόσβαση στις αγορές. Στο βαθμό που η ΕΚΤ δεν χρηματοδοτεί άμεσα τις ανάγκες δανεισμού των κρατών και γενικότερα δεν υπάρχουν μηχανισμοί συλλογικής και αλληλέγγυας αντιμετώπισης των δυσκολιών των δημόσιων οικονομικών που προκλήθηκαν από τη κρίση του 2008 έτσι ώστε οι κυβερνήσεις να υποχρεωθούν να αποδημήσουν το όποιο  κοινωνικό κράτος και να ιδιωτικοποιήσουν τμήματα που ήταν εκτός της σφαίρας της κερδοφορίας κάθε αίτημα χρηματοδότησης του ενός γίνεται πρόβλημα για τους άλλους και στο βαθμό που ο στόχος μείωσης της εσωτερικής ζήτησης, με τη συνεπακόλουθη ύφεση και ανεργία, χρησιμοποιείται για να καμφθούν οι απαιτήσεις των μισθωτών για αξιοπρεπή ζωή, δημιουργώντας ελλείμματα και επομένως οδηγώντας σε αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης.
Δεύτερη έννοια: Με την ολοκλήρωση αυτής της συμφωνίας δεν συγκροτείται εικόνα βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, επομένως θα έχουμε και νέους γύρους. Κατ’ αρχή για να είναι συμβατή η εικόνα του δημόσιου χρέους που θα προκύψει θα πρέπει η συμμετοχή να είναι πάρα πολύ υψηλή (το ΔΝΤ διαπραγματευτικά θέτει τον όρο 100%). Επομένως αν απέχουμε αρκετά από ένα κρίσιμο ποσοστό θα πρέπει να αναμένουμε νέες κινήσεις και διαπραγματεύσεις έτσι ώστε να προσεγγίσουμε το στόχο μείωσης κατά 100 δις του ελληνικού δημόσιου ομολογιακού χρέους. Η διαπραγμάτευση που έχει γίνει ως τώρα έχει ανοίξει και το θέμα «κουρέματος» των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ (με κάποια μορφή) στο κοντινό μέλλον. Πρόκειται για εν εξελίξει διαπραγμάτευση, με ισχυρότατη τάση να ολοκληρωθεί, με στόχο να δοθούν περιθώρια κάλυψης των αναγκών χρηματοδότησης από τις ανεπάρκειες του «κουρέματος» στο οποίο θα καταλήξουμε.
Με δεδομένες αυτές τις πολιτικές, το κούρεμα έπρεπε να είχε γίνει εξ’ αρχής και να είναι μεγάλο. Η διαγραφή κατά  50% μόνο αποτελεί αποτέλεσμα πολιτικών που διαμορφώνονται με ειδικό σεβασμό στα συμφέροντα των τραπεζιτών (και όχι κατ’ ανάγκη των τραπεζών). Ας σκεφτούμε: με κούρεμα αντί 50% στο 60% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το ΔΝΤ υπολογίζει επιπλέον μείωση του χρέους κατά 25δισ.περίπου, περισσότερα από τα χρήματα όλων των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου ενώ συγχρόνως μειώνονται οι πληρωμές τόκων κατά 1,5 δις. κάθε χρόνο, όσες είναι οι απαιτήσεις μείωσης των μισθών και των συντάξεων στο Μεσοπρόθεσμο.
Επομένως, στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής που ακολουθείται, όσο μεγαλύτερο «κούρεμα» επιβαλλόταν στις απαιτήσεις των τραπεζών (ας πούμε 80-90% - με εξαίρεση των ασφαλιστικών ταμείων ημεδαπών και αλλοδαπών) τόσο καλύτερο αποτέλεσμα θα συνιστούσε και όσο μικρότερα επιτόκια και περίοδοι χάριτος τόσο καλύτερα επίσης. Αυτά τα νούμερα μεταφράζονται σε μισθούς, συντάξεις, νοσοκομεία σχολεία, προγράμματα απασχόλησης και δημόσιες επενδύσεις. (ή συνιστά αν αναφερθούμε σε όρους παρούσας αξίας, δηλαδή του συνόλου της χρηματοροής των τόκων και των χρεολυσιών που θα προκύψουν)
Είναι ενδεικτικό επίσης, ότι σε όλες τις φάσεις της διαπραγμάτευσης η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται με μεγάλη ευκολία τις ενστάσεις και απαιτήσεις των τραπεζιτών καλλιεργώντας παράλληλα μέσω των ΜΜΕ και των μηχανισμών συγκρότησης κοινής γνώμης την οικοδόμηση της εθνικής συναίνεσης πάνω στη θέση ότι το καλύτερο «κούρεμα» είναι το μη-«κούρεμα» – με ποικίλους τρόπους, που ξεκινάνε από την κινδυνολογία περί εξόδου από ευρώ μέχρι το να ασχολείται η ελληνική κοινή γνώμη με το αν θα ενεργοποιηθούν τα CDS ή όχι που δεν αφορά την Ελλάδα ως κόστος.
Ωστόσο δεν είναι το θέμα μόνο της διαγραφής κατά 50% του ονομαστικού χρέους αλλά και το ζήτημα των συμφωνηθέντων επιτοκίων. Εκεί υπάρχουν περισσότερα περιθώρια επιλογών σχετικά με τους στόχους της συμφωνίας της 26ης Οκτώβρη. Κατ’ αρχή η ανάλυση βιωσιμότητας του ΔΝΤ, το οποίο αποτέλεσε το βασικό παίκτη ώστε να περιοριστούν οι απαιτήσεις των τραπεζιτών ως προς τα βάρη τα οποία θα αναλάβουν (μαζί με τη Γερμανία)  υπολογίζει πολύ χαμηλά μέσα επιτόκια και έχει ορίζοντα το 2020 σε πρώτη φάση. Επομένως συνδυασμοί κλιμακωτών επιτοκίων στο χρόνο και ανάλογα με το χρόνο λήξης των ομολόγων, περιόδου χάριτος σε πληρωμές τόκων (πολύ σημαντικό για τα ελλείμματα), εξάρτησης από ρυθμούς ανάπτυξης (για να μην αναφερθούμε και σε άλλα χαρακτηριστικά των ομολόγων) διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλαίσιο που δίνει τη δυνατότητα να εμφανιστεί ένα αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, ειδικά μέχρι το 2020, συμβατό με τους λογιστικούς στόχους που έχουν τεθεί. Πάλι όσο μεγαλύτερο το «κούρεμα» σε όρους παρούσας αξίας, δηλαδή του συνόλου της χρηματοροής των τόκων και των χρεολυσιών που θα προκύψουν, τόσο καλύτερα. Με απλούς όρους η διαφορά μεταξύ 3% και 5% μέσο επιτόκιο στο χρέος που θα απομείνει μετά το κούρεμα των ομολόγων, στα νέα ομόλογα, είναι γύρω στα δυο δις. ευρώ ετησίως (ανάλογα και με τους χρόνους πληρωμής τόκων) δηλαδή μεγαλύτερο αποτέλεσμα από τις απαιτήσεις για μειώσεις μισθών του Μεσοπρόθεσμου.
Εκτός από ονομαστικό ύψος και επιτόκια καθορίζει την εικόνα βιωσιμότητας τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η απαίτηση πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4,5% του ΑΕΠ έτσι ώστε το χρέος αν καταστεί βιώσιμο σε βάθος 20ετίας, σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, ισοδυναμεί με απαίτηση σοβαρών κοινωνικών συγκρούσεων (ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι σε περιβάλλον αυξημένων κοινωνικών δαπανών προϋποτίθεται από το ΔΝΤ ότι οι πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες,- εκτός των τόκων, συμπεριλαμβανόμενης της κοινωνικής ασφάλισης, θα οδηγηθούν στο 33.6% του ΑΕΠ το 2020 έναντι 45% το 2008, μέγεθος το οποίο απαντάται στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ και όχι στις ανεπτυγμένες χώρες, ανεξαρτήτως του μεγέθους του ιδιωτικού τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ). Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να εντάξουμε και τη διαμορφούμενη συναίνεση, που συνιστά μεταβολή της αντίληψης για τη διαχείριση της ελληνικής κατάστασης, σε επίπεδο ιδεολογικό βέβαια ακόμη, όπως τη συναντάμε στην τελευταία έκθεση του κ. Προβόπουλου και κειμένων της Ευρωπαϊκής επιτροπής, ότι λόγω των διαφορετικών πολλαπλασιαστών της δημόσιας δαπάνης για να ανακοπεί η πορεία της ύφεσης θα πρέπει να στηριχτούν κυρίως οι δημόσιες επενδύσεις (υποδομές κλπ) που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή ενώ οι πολλαπλασιαστές της δαπάνης για το κοινωνικό κράτος είναι αρκετά χαμηλοί. Πέραν σοβαρών μεθοδολογικών ζητημάτων που αφορούν τις εκτιμήσεις των πολλαπλασιαστών που έχουν γίνει, η στόχευση προβάλλει σαφής και ενισχυτική ενός πολύ σημαντικού περιορισμού του κοινωνικού κράτους και εκχώρησης σημαντικών τομέων στην «ιδιωτική πρωτοβουλία» (το να θα αποκτήσει σάρκα και οστά η στόχευση του πρώτο σκέλους, των δημοσίων επενδύσεων, είναι άλλο ζήτημα).
Συνοψίζοντας, ακόμη και η επίτευξη των λογιστικών στόχων της διαγραφής του χρέους που αποτυπώθηκαν με τη συμφωνία της 26ης Οκτώβρη συνεπάγονται είτε την ανάγκη αυξημένων μεγεθών χρηματοδότησης για τα κράτη της Ε.Ε και το ΔΝΤ είτε την εξεύρεση νέων πηγών χρηματοδότησης (η πολύ γνωστή πηγή νέων εγχωρίων περικοπών δαπανών, αύξησης εσόδων και «χαρατσιών» ) ενώ ο στόχος του 120% δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ για το 2020 απομακρύνεται. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία θα οδηγηθούμε στη διαγραφή ενός τμήματος του δημοσίου χρέους, η υπάρχουσα πολιτική συνεπάγεται πρωτόφαντη ένταση του κοινωνικού πολέμου για τον επόμενο χρόνο: η επίθεση σε εργατικά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος και η οικοδόμηση νέων μορφών κερδοφορίας για τους κεφαλαιούχους, που θα ακολουθήσει, θα είναι πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι συναντήσαμε μέχρι τώρα.

20/1


*Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.