Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Που πάει η Ευρώπη;




Που πάει η Ευρώπη;
οργάνωση πρός την "ομοσπονδοποίησή" της)

Αυγή, 2012/08/19

Η απάντηση στο ερώτημα «που πάει η Ευρώπη;» απαιτεί την κατανόηση της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης του 2008 που διαμορφώνει τις ασκούμενες πολιτικές.
Η κρίση του 2008 βρήκε την Ευρώπη με ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο δεν αρκούσε για την εμπέδωση των πειθαρχιών του Συμφώνου Σταθερότητας. Ενώ η νεοφιλελεύθερη οργάνωση της ευρωζώνης αποσκοπούσε στη μεταφορά των πιέσεων στον κόσμο της εργασίας, αφαιρώντας του εισοδήματα και διαπραγματευτική ισχύ, οι άρχουσες τάξεις των κρατών μελών είχαν τη δυνατότητα αναβολής για άλλο χρόνο σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων μέσω των ευκολιών που παρείχε ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Οι ρυθμοί εμπέδωσης της νεοφιλελεύθερης πειθαρχίας ήταν υπαρκτοί μεν αλλά «χαμηλοί» και αναντίστοιχοι με ό,τι απαιτούταν από το «γράμμα» των κειμένων (για παράδειγμα, την περίοδο Σημίτη έγιναν σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις και προσαρμογές της αγοράς εργασίας αλλά συγχρόνως αναβλήθηκε η αλλαγή στο ασφαλιστικό σύστημα μετά την ευρύτατη αντίδραση).
Η κρίση του 2008 έβαλε ένα τέλος στην προηγούμενη κατάσταση. Για τη διαχείριση των συνεπειών της είτε θα λαμβάνονταν μέτρα τα οποία θα έθεταν σε σοβαρότατη δοκιμασία τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και οργάνωση της ευρωζώνης είτε θα επιταχυνόταν η εμπέδωση του νεοφιλελευθερισμού.
Από τις αρχές του 2009, οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης είδαν την κρίση ως ευκαιρία να αλλάξει το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» και να διασωθεί ο νεοφιλελευθερισμός δια μέσου της εμβάθυνσής του και της επιτάχυνσης των αντίστοιχων μεταρρυθμίσεων. Στο ερώτημα ποιος θα πληρώσει τις συνέπειες της κρίσης η απάντηση ήταν ομόθυμη: ο κόσμος της εργασίας, μέσω της υποτίμησής του και σε ισχύ και σε εισοδήματα. Αυτός ο στόχος όμως συνεπάγεται σημαντικότατες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Για να μπορούν οι κυβερνήσεις να το φέρουν σε πέρας χωρίς να βρεθούν σε ηθικό κίνδυνο να υποκύψουν στις απαιτήσεις των κατώτερων τάξεων καθώς θα αυξάνει η ένταση των κοινωνικών συγκρούσεων θα πρέπει να δρουν σαν να δίνουν μάχη σε περικυκλωμένο έδαφος.
Αυτή η στρατηγική στόχευση διέπεται από την ορθολογικότητα της διεξαγωγής ενός πολέμου, κοινωνικού πολέμου, που διεξάγεται εν ονόματι του μακροπρόθεσμου συμφέροντος των αρχουσών τάξεων της Ευρώπης. Κάθε κυβέρνηση σε κάθε χώρα μέλος αναλαμβάνει αν το φέρει σε πέρας με τη βοήθεια των υπολοίπων αρχουσών τάξεων.
Αυτή η βοήθεια έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, σέβεται τον ηθικό κίνδυνο και επομένως σπρώχνει τα πράγματα στα άκρα ακόμη και με το κίνδυνο απαξίωσης των «ιπποτών της μεταρρύθμισης» που εκάστοτε κυβερνούν. Βέβαια οι πολιτικές αυτές δημιουργούν ύφεση, υψηλότερο δημόσιο χρέος, μεγάλη ανεργία και απορύθμιση της «κανονικής» λειτουργίας των αγορών χρήματος οι οποίες επιχειρούν να αμυνθούν στη διαφαινόμενη απώλεια αξιών από τις ασκούμενες πολιτικές αποσύροντας την εμπιστοσύνη της με συνέπεια να χειροτερεύει η οικονομική κατάσταση που έχει να διαχειριστεί η εκάστοτε κυβέρνηση και συνολικά η ευρωζώνη. Για αυτό το λόγο το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η λήψη μέτρων τα οποία «φρενάρουν» την εξέλιξη της κρίσης πριν περάσει κάποια μη-διαχειρίσιμα όρια, όπως αυτά τίθενται στην εκάστοτε συγκυρία.
Εχει γίνει κοινός τόπος να κατηγορείται αυτή η στρατηγική για ανορθολογισμό εφόσον εντείνει τα υφεσιακά φαινόμενα και επομένως τα δημοσιονομικά προβλήματα τα οποία η ίδια θέτει ως στόχο να θεραπεύσει. Ωστόσο στο βαθμό που στοχεύει στην αλλαγή του ιστορικού ορίου των αναγκών των εργαζομένων ώστε να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος συσσώρευσης με αυξημένη ισχύ και πλούτο για το κεφάλαιο, τόσο η κατηγορία περί αποτυχίας– έχει ήδη οδηγήσει σε υποτίμηση της εργασίας γενικά – όσο και η κατηγορία περί ανορθολογικότητας δεν ευσταθεί. Η απάντηση σε αυτές τις κατηγορίες του κ. Σόιμπλε πρόσφατα, δείχνει την ορθολογικότητα της πολεμικής τακτικής που ακολουθείται. Εν συντομία και παραφρασμένα υποστήριξε ότι τα βραχυχρόνια κόστη αυτής της πολιτικής (χρεοκοπίες κρατών, επιχειρήσεων, νοικοκυριών, ανεργία,…) αν μπουν στην ίδια ζυγαριά με τα μακροχρόνια οφέλη (υποτίμηση της εργασίας, αποδόμηση κοινωνικού κράτους, νέοι τομείς για επικερδείς τοποθετήσεις κεφαλαίου) η ζυγαριά γέρνει υπέρ του μακροχρόνιου οφέλους.
Φυσικά, ως στρατηγική πολέμου, φωτιάς, ενέχει όλα τα δυνατά ιστορικά αποτελέσματα – επομένως και τη διάλυση της ευρωζώνης στη μορφή που την ξέρουμε. Ωστόσο, η διάλυση της ευρωζώνης δεν είναι στην ημερήσια διάταξη, το αντίθετο. Ένα τέτοιο συμβάν δεν είναι αποτέλεσμα ενός αυστηρά οικονομικού μηχανισμού που λειτουργεί ως «φυσική μηχανή» αλλά και αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων (ακριβώς επειδή δεν υπάρχει «σκέτη οικονομία» ανεξάρτητα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς). Ένα τέτοιο συμβάν προϋποθέτει άλλες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες από αυτές που έχουν διαμορφωθεί και ένα πολιτικό χρόνο αρκετό για να «ολοκληρωθούν» φαινόμενα εθνικής αναδίπλωσης ως «διεξόδου στην κρίση».
Αυτό που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη είναι ο τρόπος και η μορφή που θα πάρει η ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης ως αναγκαίο τμήμα των πολιτικών διαχείρισης των συνεπειών της κρίσης του 2008. Πρόκειται για όρο που πιστοποιείται συνεχώς από την ετοιμότητά που διαθέτει εν συνόλω η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη να αναλάβει, κατάλληλα εμβαπτισμένες στην τρέχουσα στρατηγική στόχευση, όλες τις δράσεις ώστε να προωθηθεί de facto ή de jure αυτή η διαδικασία.
Πρόκειται για μία αντιδραστική ενοποίηση με στρατηγικό πυρήνα την περαιτέρω υποτίμηση της εργασίας και την ανάπτυξη μηχανισμών που θα συμβάλουν στην παγίωση αυτού του ιστορικού αποτελέσματος.
Η συζήτηση περί διάλυσης της ευρωζώνης λόγω των ασκούμενων υφεσιακών πολιτικών, όπως έχω υποστηρίξει και παλιότερα στην Αυγή, αποτελεί μετάθεση της κύριας συζήτησης που διεξάγεται. Η κύρια διαμάχη όπως ενσαρκώνεται στα πρόσωπα από τη μία της Μέρκελ και από την άλλη των Ολάντ-Μόντι αφορά την οργάνωση της ομοσπονδοποίησης, τη σχέση των ρυθμών οργάνωσης πολιτικής, δημοσιονομικής και τραπεζικής ενοποίησης. Πρόκειται για μία διαμάχη η οποία δεν αγγίζει τον πυρήνα της μέχρι τώρα ευρωπαϊκής στρατηγικής, την υποτίμηση της εργασίας ίσα-ίσα η κάθε πλευρά διεκδικεί ότι προτείνει την καταλληλότερη μέθοδο υλοποίησής της.
Η πλευρά των Ολάντ, Μόντι ζητά μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο για στήριξη των ρυθμών μεγέθυνσης υποσχόμενη ότι δε θα ενσκήψει στον ηθικό κίνδυνο υποχώρησης στα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων αλλά θα ολοκληρώσει τη δημοσιονομική προσαρμογή αν και σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Πλέον οι άρχουσες τάξεις στη Γαλλία, όπως και στην Ισπανία και την Ιταλία νιώθουν τη ζέση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων που καλούνται να εμπλακούν – με επιπρόσθετο δεδομένο ότι η ύφεση τον επόμενο χρόνο θα ενταθεί. Ωστόσο η στρατηγική δέσμευσή τους στη διεξαγωγή του κοινωνικού πολέμου εις βάρος της εργασίας, έστω και με χαλαρότερους ρυθμούς, θέτει ευδιάκριτα όρια και στις δυνατότητες διεκδίκησης μίας διαφορετικής κατεύθυνσης ομοσπονδοποίησης όσο στην υιοθέτηση πολιτικών που θα δώσουν τώρα, πριν ολοκληρωθεί ένας κύκλος συμπίεσης του κόσμου της εργασίας, προοπτικές ανάπτυξης και μείωσης της ανεργίας στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μπορούν να περιμένουν μία έξοδο από την κρίση μόνο υπό τον όρο διαμόρφωσης μίας ευρωπαϊκής ατζέντας που θα διευρύνει την ισχύ και τα εισοδήματα του κόσμου της εργασίας και ανόδου της αριστεράς ως αντιπροσώπου στο πολιτικό πεδίο αυτής της ατζέντας – μαζί με ό,τι συνεπάγεται ή προϋποτίθεται για μία τέτοια αλλαγή στρατηγικής σύλληψης.
Σπύρος Λαπατσιώρας
16 Αυγούστου 2012

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=708202

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012



Για τα αποτελέσματα της
Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012

Αυγή. Ημερομηνία δημοσίευσης: 04/07/2012
                                                     http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=699451

Η Σύνοδος Κορυφής είχε δύο σημαντικά ζητήματα να αντιμετωπίσει.
Το πρώτο ήταν τα προβλήματα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζουν η Ιταλία και η Ισπανία (δημόσια οικονομικά και τραπεζικό σύστημα) λόγω της πολιτικής επιτάχυνσης της αποδιάρθρωσης του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου» που ακολουθείται στην Ευρώπη. Πρόκειται για προβλήματα, τα οποία όπως είχε γίνει κατανοητό από τον Αύγουστο του 2011, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τους υπάρχοντες μηχανισμούς χρηματοδότησης (EFSF, προγράμματα αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, ELA). 
 
Το δεύτερο ήταν ό,τι σηματοδοτεί το ποσοστό που συγκέντρωσε η Αριστερά στην Ελλάδα στις εκλογές της 6 Μάη και 17ης Ιούνη και την ταχεία πολιτική απονομιμοποίηση των κυβερνήσεων στην Ευρώπη που στηρίζουν τις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης. Με άλλα λόγια το κίνδυνο μετάδοσης της αλλαγής του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων και την τοποθέτηση κεντρικών διλημμάτων σε σχέση με τη διαχείριση της κρίσης που θα έθεταν σε δοκιμασία τα «κοινωνικά συμβόλαια» που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Η βασική αρχή που δέσποσε το προηγούμενο διάστημα, «κάθε χώρα θα κοιμηθεί όπως έστρωσε» και η όποια εξωτερική βοήθεια στις ανάγκες χρηματοδότησής της θα συνοδεύεται από τη μορφή ενός μνημονίου «μεταρρυθμίσεων» και κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου – τόσο για το πρώτο όσο και για το δεύτερο ζήτημα – οδηγήθηκε στα όριά της: να πάψει να είναι αποτελεσματική σε σχέση τους στόχους που έχουν τεθεί.
Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής, το σκέλος που αφορά το τραπεζικό σύστημα, σηματοδοτεί μία τομή στις πολιτικές διαχείρισης της κρίσης. Με το γνώριμο τρόπο που παίρνονται αποφάσεις το τελευταία δύο χρόνια, όταν αγγίζεται ένα οριακό σημείο, ενσωματώνονται «ασύμβατες» μέχρι τώρα αρχές (στη συγκεκριμένη περίπτωση της από κοινού ανάληψης και εγγύησης των χρεών, εδώ των τραπεζικών) αλλά με τέτοια μορφή ώστε ο στρατηγικός στόχος (εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού να συνεχίσει να υπηρετείται).
Η απόφαση της Συνόδου, σπάζει το δεσμό «εθνικό δημόσιο χρέος και ανάγκες εθνικών τραπεζών» και καθιστά αμοιβαίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών κάθε κράτους μέλους. Έτσι ο αδύνατος κρίκος, που οδήγησε και στην κρίση του 2008, συνεχίζει να διατηρείται εν ζωή αλλά δε φαίνεται ότι θα αποτελέσει και όχημα χρηματοδότησης των οικονομιών εφόσον για κάτι τέτοιο απαιτούνται και άλλα πλην της κάλυψης των αναγκών κεφαλαιοποίησης (που έχουν την αιτία τους και στις επισφάλειες και στην πτώση των αξιών των τίτλων που δημιουργεί η πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, αλλά και στο μάνατζμεντ με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια).
Πλέον οι τράπεζες ενός κράτους μέλους δε θα χρηματοδοτούνται από το ίδιο το κράτος (με αύξηση του δημοσίου χρέους του) αλλά από όλα τα κράτη μέλη, διασπείροντας τις δημοσιονομικές πιέσεις σε όλη την έκταση της Ευρώπης. Με άλλα λόγια διαχωρίζονται οι ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος από τις ανάγκες του δημοσίου τομέα και κατά συνέπεια η διαχείριση της κρίσης αποκτά περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Απέναντι στο ενδεχόμενο – και υπαρκτό κίνδυνο – να υποχωρήσουν οι κυβερνήσεις από τη δέσμευσή τους στις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης προβλέπεται ότι θα υπογράφονται «μνημόνια κατανόησης» και θα συμμετέχει στους μηχανισμούς κατάρτισης και ελέγχου της υλοποίησης των όρων των μνημονίων η ΕΚΤ.
Βέβαια οι λεπτομέρειες του νέου μηχανισμού μένουν να καθορισθούν ωστόσο, η ανάθεση αυτού του ρόλου στην ΕΚΤ, πέραν του γεγονότος ότι τη φέρνει πιο κοντά στο ρόλο δανειστή σε ύστατης ανάγκης, έχει και ένα άλλο αποτέλεσμα. Η ΕΚΤ είναι ένας μηχανισμός αδιαφανής, με θεσμικά κατοχυρωμένο το νεοφιλελευθερισμό (στόχος της μόνο η αποφυγή πληθωρισμού και όχι η άσκηση πολιτικής για μείωση της ανεργίας), μη-δημοκρατικό (για παράδειγμα δεν είναι υπόλογη στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε μπορούν να αντικατασταθούν τα ανώτατα στελέχη της). Πρόκειται για ένα «πιο αμόλυντο» όργανο από τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν οι εθνικές κυβερνήσεις, το οποίο αποκτά μεγαλύτερη εξουσία μέσω της δυνατότητας που προδιαγράφεται να θέτει όρους και να ελέγχει την υλοποίησή τους, και κατά συνέπεια αναλαμβάνοντας μέρος της πίεσης που ασκείται στις εθνικές κυβερνήσεις που ως τώρα έθεταν ή αποδέχονταν όρους (π.χ. Γερμανία, Ελλάδα).
Στο κείμενο πέραν ενός πολύ μικρού ποσού - και γι’ αυτό αναποτελεσματικού - για αναπτυξιακά μέτρα δεν διαφαίνεται μία άλλη προσέγγιση που θα σπάσει τον κύκλο της εσωτερικής υποτίμησης.
Η γνώριμη μετάθεση των αντιθέσεων για μία άλλη Σύνοδο Κορυφής σε μία συγκυρία που θα έχουν διευρυνθεί και ενταθεί τα ζητήματα που τίθενται, η συνέχιση του πολέμου των αρχουσών τάξεων ενάντια στις κοινωνίες της Ευρώπης, σηματοδοτεί το πλαίσιο της απόφασης της Συνόδου.

Στο Rednotebook δημοσιεύεται μία άλλη εκδοχή του κειμένου.
http://rnbnet.gr/details.php?id=6187?id=6187
Σπύρος Λαπατσιώρας

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Σημείωση- σχόλιο για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012


Σημείωση- σχόλιο για τα αποτελέσματα της
Συνόδου Κορυφής 28/9 Ιουνίου 2012

 Rednotebook, 2012/06/30
http://rnbnet.gr/details.php?id=6187?id=6187



1) Το κοινό πρόβλημα που υπόκειται των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής δεν είναι η «διάσωση του ευρώ και της ευρωζώνης», αλλά ο πολιτικά εφικτός τρόπος αλλαγής του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα σηματοδότησαν το τέλος της μορφής που είχε ως τώρα η διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Η αδυναμία της κυβέρνησης Μόντι να ακολουθήσει μία παρόμοια τροχιά με την κυβέρνηση της Ελλάδας είχε προεξοφληθεί από τις εκλογές της 6ης Μάη και τις δημοτικές εκλογές της Ιταλίας.
Συγχρόνως, ο κύκλος ύφεση -> αδυνάτισμα τραπεζών -> χρέος οδήγησε σε υψηλά επίπεδα επιτοκίων την Ισπανία και την Ιταλία. Αυτά τα δύο, πολιτικός κίνδυνος διάδοσης του ελληνικού φαινομένου και ο κύκλος ύφεσης-αναγκών χρηματοδότησης (τραπεζών και δημοσίου) απαιτούσε μία άλλη προσέγγιση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται από τον Αύγουστο του 2011.

2) Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής αποτελεί άλλη μία απόφαση όπου ο στρατηγικός στόχος (η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού) υπηρετεί τις ανάγκες που δημιουργεί, ενσωματώνοντας, με κατάλληλη για το στόχο μορφή, «ασύμβατες» μέχρι τώρα αρχές (όπως είναι η από κοινού εγγύηση χρέους των κρατών μελών).

Η απόφαση της Συνόδου σπάζει το δεσμό «εθνικό δημόσιο χρέος και ανάγκες εθνικών τραπεζών» και καθιστά αμοιβαίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών κάθε κράτους μέλους. Αυτή η απόφαση συνιστά, αφενός μεν, μία αναγνώριση της ανάγκης της από κοινού ανάληψης και εγγύησης των χρεών (στη συγκεκριμένη περίπτωση των εθνικών τραπεζικών συστημάτων), αφετέρου δε, μία αλλαγή στη μορφή με την οποία θα ασκείται ο μηχανισμός της χρηματοδότησης. Μέχρι τώρα, ο μηχανισμός αυτός απαιτούσε την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων -conditionality- για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και υπογραφόταν είτε μεταξύ της εκάστοτε κυβέρνησης και της τρόικα είτε, πιο περιορισμένα, μεταξύ του EFSF/ESM και τη εκάστοτε κυβέρνησης.

Τώρα, αντί να υπάρχει μία τρόικα και ένα μνημόνιο το οποίο θα δεσμεύει με αυστηρό τρόπο κάθε κράτος μέλος για να καλυφθούν εν συνόλω οι ανάγκες χρηματοδότησής του, ο νέος μηχανισμός θα είναι πιο ευέλικτος. Διαχωρίζονται, έτσι, οι ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος από τις ανάγκες του δημοσίου. Ο μηχανισμός εποπτείας μεταφέρεται στην ΕΚΤ και γίνεται πιο ευέλικτος (τους προηγούμενους δύο μήνες έχουν κυκλοφορήσει πολλά σχέδια για το πώς θα μπορούσε η ΕΚΤ, με κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου, να απαιτεί συμμόρφωση ακόμη και σε εβδομαδιαία βάση, ενώ ακόμη θυμόμαστε την επιστολή στον Μπερλουσκόνι για τα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει ώστε να συνδράμει η ΕΚΤ στις ανάγκες της αγοράς ιταλικών ομολόγων).

Με δεδομένη την ύφεση που προκαλούν οι πολιτικές λιτότητας και την επίδραση που έχει αυτή στις ανάγκες χρηματοδότησης τόσο του τραπεζικού όσο και του δημοσίου τομέα, η νέα μορφή ελέγχου και πιστοποίησης των καλών πολιτικών μεταφέρεται σε ένα μηχανισμό ο οποίος είναι πιο αδιαφανής, με θεσμικά κατοχυρωμένο το νεοφιλελευθερισμό (ο στόχος της ΕΚΤ είναι μόνο ο πληθωρισμός), μη-δημοκρατικό (για παράδειγμα, δεν είναι υπόλογη στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε μπορούν να αντικατασταθούν τα ανώτατα στελέχη της). Όπως τουλάχιστον φαίνεται να προκρίνει η απόφαση της Συνόδου Κορυφής, αντίβαρο στις συμφωνίες που θα τίθενται προς υπογραφή και υλοποίηση (σε πιο συχνή βάση από ό,τι συνέβαινε με αυτές της τρόικα),  θα είναι η δεινή κατάσταση των τραπεζών των ευρωπαϊκών κρατών, η ίδια δε η απόφαση δημιουργεί κοινή ευρωπαϊκή μορφή εγγύησης και ανάληψης χρέους. Με άλλα λόγια, ο ήδη συγκεντρωμένος συστημικός κίνδυνος και η μεγαλύτερη διάχυσή του, μέσω της συγκέντρωσής του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί ένα στοιχείο που καθορίζει το εύρος που μπορεί να πάρει η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών-μελών και η ίδια η επιχείρηση εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού.

3) Στην Σύνοδο Κορυφής δεν υπάρχει νίκη της Ισπανίας και της Ιταλίας επί της Γερμανίας. Το τραπεζικό σχέδιο που ανακοινώνει η απόφαση είναι σχέδιο που συζητείται αρκετό καιρό. Ας σκεφτούμε απλά: οι πολιτικά αδυνατισμένες νεοσύστατες κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας (σύντομα απονομιμοποιημένες από τις συνέπειες της πολιτικής τους) έπρεπε να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση χωρίς συνθήκες Ελλάδας, για να ενισχύσουν το όποιο πολιτικό κύρος τους - αλλιώς θα απονομιμοποιούνταν ταχύτατα, εντός εβδομάδων. Η σκηνή της «σύγκρουσης» απαιτείται πολιτικά, ώστε να μη φανεί ότι οι κυβερνήσεις αυτές υποκύπτουν σε εξωτερικούς όρους. Η μορφή (εποπτεία της ΕΚΤ) βοηθά σε αυτό, εφόσον οι όροι που θα τίθενται θα είναι πιο «σκοτεινοί». Άλλωστε προβλέπεται από την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, ότι οι όροι που θα τίθενται για τη χρηματοδότηση, στο μνημόνιο κατανόησης που θα υπογράφεται, θα εξειδικεύονται είτε σε επίπεδο επιχείρησης είτε κλάδου είτε συνόλου οικονομίας, και θα επιβραβεύονται τα «καλά παιδιά».

4) Η συμφωνία έχει διάφορα αδύνατα ή σκοτεινά σημεία. Πρώτο: προβλέπεται χρόνος για να τεθεί σε εφαρμογή. Δεύτερο: προβλέπεται εξειδίκευση των όρων που δεν είναι δεδομένη (π.χ., με τι πλαίσιο εκκαθαρίζονται οι τράπεζες, ποιες θα είναι οι λεπτομέρειες των μνημονίων και των όρων χρηματοδότησης, πώς ακριβώς θα γίνεται ο έλεγχος, με ποιες κυρώσεις κλπ). Τρίτο: δίνει αρκετές λειτουργίες στο ESM χωρίς να έχει την αντίστοιχη χρηματοδότηση (και να σκεφτούμε ότι σε αυτό θα συνεισφέρουν και χώρες όπως η Ελλάδα). Η εμπλοκή της ΕΚΤ στο μηχανισμό αυτόν δεν είναι σαφής.

5) Ο ρόλος της ΕΚΤ αναβαθμίζεται και η ίδια συγκεντρώνει μεγάλη εξουσία. Αποκτά χαρακτηριστικά δανειστή ύστατη ανάγκης. Ως μη δημοκρατικό όργανο με υπερεξουσίες, μπορεί να θέτει όρους για την ανακεφαλαιοποίηση και την ενίσχυση του εθνικού τραπεζικού συστήματος, αναλαμβάνοντας μέρος της πίεσης που ασκείται στις εθνικές κυβερνήσεις που ως τώρα έθεταν όρους (π.χ. Γερμανία)

6) Η πίεση σε Ισπανία και Ιταλία θα αλλάξει μορφή και θα συνεχιστεί. Η ύφεση, η οποία προκαλείται από τις πολιτικές λιτότητας, θα συνεχίζει να δημιουργεί τα αποτελέσματά της.

Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν είναι εντελώς καινούργιο το σημείο της απόφασης για αγορά ομολόγων από το ESM. Οι αγορές ομολόγων στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά έχουν γίνει από το EFSF με μνημόνιο κατανόησης που έχει λιγότερο αυστηρούς όρους από ένα πρόγραμμα α λα τρόικα. Επίσης, η ενίσχυση του ρόλου του EFSF/ESM στην αγορά ομολόγων μπορεί να σημαίνει μείωση της εμπλοκής της ΕΚΤ. Δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό το σημείο της απόφασης.

7) Η μορφή και ο ακριβής μηχανισμός εποπτείας του τραπεζικού συστήματος είναι αρκετά σημαντικά και δεν εξειδικεύονται.

8) Τα 130 δις. για το «αναπτυξιακό πακέτο» είναι αστεία τόσο λόγω διάρκειας της διαδικασίας εκταμίευσής τους, όσο και ως προς το ύψος του πακέτου για την αντιμετώπιση της ύφεσης. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η ύφεση που δημιουργεί η λιτότητα θα συνεχίσει να κάνει τον κύκλο της

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Η νεοφιλελεύθερη μεταμόρφωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών

Η νεοφιλελεύθερη μεταμόρφωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών
 Η ΣΤΟΧΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΡΧΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ 
ΟΙ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

Συνέντευξη από τον Π. Κλαυδιανό στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ
Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

 Η κρίση του 2008 βρίσκεται πάντα σε ενεργό πορεία και το δείγμα γραφής της πολιτικής διαχείρισής της είναι απολύτως επαρκές για σοβαρότερα συμπεράσματα. Πρόκειται για μια ιστορικών διαστάσεων επιχείρηση μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών με βάση το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα, με την εμβάθυνσή του. Σχέδιο που υλοποιείται και λόγω της κρίσης και με την ευκαιρία της κρίσης. Ο καπιταλισμός αυτό το μπορεί, υπό την αίρεση ο παράγοντας των κοινωνικών αντιστάσεων και συγκρούσεων να εξακολουθήσει να είναι ασθενής, πράγμα που τώρα όμως αλλάζει. Η είσοδος της Ισπανίας στη ζώνη κινδύνου πρώτου βαθμού είναι ένας ακόμη παράγοντας. Ο Σπύρος Λαπατσιώρας σε συνέντευξή του αναλύοντας όλα αυτά επιχειρεί να συναγάγει μερικά συμπεράσματα που υπερβαίνουν την συγκυρία.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Σε ένα άρθρο σου πρόσφατα στην «Αυγή» υποστήριζες την άποψη ότι στην ΕΕ σήμερα υλοποιείται το «αίτημα» μιας μείζονος καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, η οποία επιχειρεί να διασώσει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα εμβαθύνοντάς το. Δεν πρόκειται για «λάθος», «καταστροφική πολιτική».

Κατ’ αρχήν να διευκρινίσω το εξής. Η στρατηγική που ακολουθείται, όπως κάθε πολιτική βίαιης αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών, ενέχει όλα τα ενδεχόμενα, τα οποία εξαρτώνται από τα διακυβεύματα που τίθενται και τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται. Δεν πρόκειται όμως για μια στρατηγική η οποία ενέχει ως οικονομική νομοτέλεια, ως αναγκαιότητα, την καταστροφή των οικονομιών/κοινωνιών, τη διάλυση της ευρωζώνης, τον πόλεμο. Αντί να συλλάβουμε την κρίση και τις πολιτικές διαχείρισής της ως καταστροφικά γεγονότα για τη δυνατότητα του καπιταλισμού να αναπαράγεται, νομίζω ότι είναι πιο ορθό, θεωρητικά και πολιτικά, να σκεφτόμαστε την τρέχουσα κατάσταση ως επιχείρηση επανοργάνωσης της διαδικασίας καπιταλιστικής αναπαραγωγής με νέες ταξικές και κοινωνικές συμμαχίες. Διαδικασία, η οποία προφανώς είναι βίαιη, αστάθμητη ως προς τα αποτελέσματά της και συνεπάγεται μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες έχουν αρχίσει να ξεδιπλώνονται. Συγχρόνως, είναι διαδικασία που διέπεται από μια ορθολογικότητα η οποία μορφοποιείται και συγκροτείται καθώς εκδιπλώνεται. Εφόσον αντιληφθούμε αυτή τη στρατηγική ως ορθολογική, τότε τόσο τα ζητήματα αναδιοργάνωσης των κοινωνικών συμμαχιών στην οποία στοχεύει όσο και τα μη αναμενόμενα αποτελέσματά της, τα οποία ενδέχεται να είναι καταστροφικά μπορούν να μπουν σε μια τάξη διαφορετική από αυτήν του «καταστροφισμού».
Πρόκειται για μια ιστορικών διαστάσεων επιχείρηση μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, επιτάχυνσης και εμβάθυνσης της αποδόμησης του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», διαδικασία που ήδη βρισκόταν σε αργή και με προσκόμματα εξέλιξη την περίοδο πριν την κρίση. Δεν υποστηρίζω ότι διαγράφεται η λέξη «καταστροφή» από περιγραφές όψεων της κρίσης. Προφανώς είναι καταστροφική για την οργάνωση και τις ίδιες τις δυνατότητες ζωής τμημάτων της κοινωνίας: εργαζομένων, συνταξιούχων, ανέργων, νέων, μικροεπιχειρηματιών. Προφανώς είναι καταστροφική για τις ως τώρα παραδεδομένες μορφές αναπαράστασης και διαμόρφωσης οριζόντων για τις ζωές μας σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Προφανώς, επίσης, επιχειρείται να σαρωθούν θεσμικά αποκρυσταλλωμένοι κοινωνικοί συσχετισμοί, οι οποίοι δεν είναι ενεργώς κοινωνικά έγκυροι. Όλα αυτά δείχνουν ένα πόλεμο που διεξάγουν οι ανώτερες τάξεις στην Ευρώπη με στοίχημα όχι το παρόν, τη βραχυπρόθεσμη κοινωνική ειρήνη και τους βραχυπρόθεσμους στόχους κερδοφορίας των ατομικών κεφαλαίων αλλά τα μακροπρόθεσμα κέρδη από το νέο θαυμαστό κόσμο που θα ανατείλει και την οργάνωση που αυτός θα έχει.

Αυτό γίνεται λόγω της κρίσης ή με ευκαιρία την κρίση;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που συντρέχουν στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Εν συντομία, και λόγω κρίσης και με ευκαιρία την κρίση.
Λόγω κρίσης. Η κρίση του 2008 είναι συστημική κρίση. Το ξεπέρασμά της απαιτεί αλλαγή κοινωνικών συμμαχιών, αλλαγή του υποδείγματος «ρύθμισης» της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και της διεθνούς οργάνωσής της. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ευρώπη. Ειδικά στην Ευρώπη οι ηγεμονικές τάξεις, λόγω της αρχιτεκτονικής της, οδηγούνται σε μια πολιτικής διαχείρισης της κρίσης με πολύ μικρά περιθώρια χειρισμών για κατάλληλη οργάνωση κοινωνικών συμμαχιών - αν υπήρχε η πρόθεση για τέτοιους χειρισμούς, που δεν υπάρχει - και συνδέεται με το δεύτερο λόγο: με ευκαιρία την κρίση.
Η κρίση αδυνατίζει τις αντιστάσεις των υποτελών τάξεων. Απουσιάζει το «αντίπαλο δέος» που θα μπορούσε να εμποδίσει την επιχείρηση γρήγορης και εκτεταμένης ανατροπής των δεδομένων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί ιστορικά στην Ευρώπη. Στο ερώτημα «ποιος θα πληρώσει την κρίση;» κοινωνικά έγκυροι συνομιλητές είναι, ακόμη, μόνο εκπρόσωποι του κόσμου του κεφαλαίου. Η απουσία ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος και η αδύναμη, ακόμη, ευρωπαϊκή αριστερά είναι κύριοι όροι που κάνουν τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων να μην εκπροσωπούνται. Με άλλα λόγια, όταν χαράχθηκε αυτή η στρατηγική, τίποτα δεν φαινόταν ότι μπορούσε να αντισταθεί: η απαξίωση ατομικών κεφαλαίων, «κοινωνικών συμβολαίων», εργαζομένων και πολιτικού προσωπικού μπορούσε να διεξαχθεί επιτυχώς, παρέα με τους φόβους που συνοδεύουν κάθε κήρυξη πολέμου. Από μια άλλη οπτική, τίθεται ένα ζήτημα χρόνου για να εκτιμήσουμε τις πιθανές διακλαδώσεις αυτής της στρατηγικής. Μέχρι να διαμορφωθούν αποτελεσματικές αντιστάσεις, υπάρχει αρκετός χρόνος για τις ηγεμονικές τάξεις, ώστε να ολοκληρώσουν τη στρατηγική αναδιανομής του πλούτου και της εξουσίας και να διαμορφώσουν νέους ταξικούς συσχετισμούς, οι οποίοι θα αποτελούν δεδομένο για κάθε μετέπειτα εξέλιξη.

Η πολιτική που ασκείται - παραδέχονται πλέον και οι ίδιες οι ηγεμονικές τάξεις που τη σχεδιάζουν - βρίσκεται σε κόπωση. Αν πέρα από τους τεχνοκρατικούς φαύλους κύκλους που παράγει, βρεθεί και μπροστά σε μια διογκούμενη κοινωνική και πολιτική αντίσταση, δεν εμπεριέχει και την ισχυρή πιθανότητα ρήξης των τωρινών ισορροπιών; Η Ισπανία δεν είναι Ελλάδα.
Η Ισπανία και τα προβλήματα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει, εξαντλούν τις δυνατότητες των υπαρχόντων μηχανισμών χρηματοδοτικής στήριξης (EFSF, ESM, IMF). Οι υφεσιακές πολιτικές που ακολουθούνται και τα προβλήματα του τραπεζικού τομέα, για να περιοριστούμε σε αυτά, μπορούν να την οδηγήσουν εκτός αγορών μέσα στο 2012. Όπως και στις άλλες περιπτώσεις, πρέπει να περιμένουμε παρέμβαση της ΕΚΤ, μάλλον με νέο πρόγραμμα δανεισμού του τραπεζικού τομέα, ώστε να μην τεθεί εκτός αγορών. Η υπαγωγή της σε ένα μερικό μηχανισμό χρηματοδότησης, όχι σαν αυτούς της Ελλάδας και των άλλων χωρών, ώστε να δημιουργήσει την απαραίτητη πειθαρχία στο εσωτερικό της Ισπανίας, επίσης επίκειται. Οι κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις αποτελούν κρίσιμο παράγοντα μπλοκαρίσματος ή όχι της στρατηγικής που ακολουθείται και πρέπει να πάρουμε υπόψη τις εξελίξεις τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία.
Στην Ιταλία, επίσης, πρέπει να περιμένουμε την προσφυγή του Μόντι σε ένα μερικό μηχανισμό χρηματοδότησης, πάλι για λόγους πειθάρχησης του πολιτικού προσωπικού στη στήριξη του προγράμματος που εφαρμόζει, καθώς η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι αντιστάσεις θα αναπτύσσονται και θα αδυνατίζουν την πολιτική στήριξή του. Στη Γαλλία, μάλλον το κύριο ζήτημα δεν είναι η πιθανή νίκη του Ολάντ, ο οποίος δεν έχει, τώρα, ένα πρόγραμμα αλλαγής της ατζέντας, αλλά ότι τα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η γαλλική κοινωνία μετά τις εκλογές είναι επί της ουσίας εκτός προεκλογικής ατζέντας. Η πίεση των αγορών θα αφορά και τη Γαλλία μετά τις εκλογές, όταν αυτά τα ζητήματα μπουν στο τραπέζι. Όλα δείχνουν ότι το 2012 εγκυμονεί έντονες συγκρούσεις και πιθανές αλλαγές. Οι αναπτυσσόμενες κοινωνικές αντιστάσεις, παρόλο που το επίπεδο οργάνωσής τους και έκφρασή τους στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό δεν είναι ακόμη αυτές που απαιτούνται για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, πάνε μαζί με το γεγονός ότι σε μια πλειάδα κρατών-μελών αναπτύσσονται αγώνες που εγγράφουν πλέον στη συγκυρία την πιθανότητα μιας Ευρωπαϊκής Άνοιξης.
Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις δυνατότητες των ηγεμονικών τάξεων, μετάθεσης των άμεσων αποτελεσμάτων που ενέχουν για τη σταθερότητα του συστήματος. Για παράδειγμα, ως τώρα έχουμε δει διάφορα επεισόδια όξυνσης που δημιουργούν οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Από τον Αύγουστο έχει τεθεί το ζήτημα διακοπής της χρηματοδότησης της Ισπανίας και της Ιταλίας, ενώ η συζήτηση άρχισε να αφορά και τη Γαλλία. Η διαμάχη μεταξύ του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της κατάστασης κατέληξε στην υποχώρηση της ΕΚΤ και στο πρόγραμμα LTRO, δανεισμού σχεδόν 1τρισ. στις τράπεζες για στήριξη κυρίως των αγορών ομολόγων. Μέσω αυτού μετατέθηκαν οι πιο απειλητικές εκδοχές της όξυνσης, αλλά η πιθανότητα διακοπής της χρηματοδότησης έδωσε τα απαραίτητα εφόδια στις ηγεμονικές τάξεις της Ιταλίας και της Ισπανίας να προχωρήσουν σε πιο επιθετικές μορφές «μεταρρυθμίσεων». Αντίστοιχα, μια νέα μορφή μετάθεσης των προβλημάτων χρηματοδότησης για την Ισπανία και την Ιταλία είναι δυνατή. Το αμετάθετο έγκειται στην όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων, και αυτό περιορίζει το χρόνο άσκησης της τρέχουσας πολιτικής.

Έχεις υποστηρίξει ότι ούτε η στήριξη στην παραδοχή της κατοχής από ξένες δυνάμεις, ή στην παραδοχή εξασφάλισης δικαιωμάτων από την «αύξηση της πίτας» μπορούν να αποτελέσουν βάση οργάνωσης των αντιστάσεων των δυνάμεων της εργασίας. Ποια μπορεί να είναι η επαρκής βάση στήριξης;
Κύριος παράγοντας που καθορίζει τη συγκυρία, είναι η απουσία έκφρασης των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Βέβαια, η κοινωνία έχει αρχίσει να κινείται στην Ευρώπη. Απουσιάζει όμως, ακόμη, η αριστερά που θα εκφράζει τις αγωνίες της κοινωνίας και τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας ως πολιτικά και κοινωνικά έγκυρος αντίπαλος. Από την άλλη πλευρά, οι ηγεμονικές τάξεις ιεραρχούν τους στόχους τους και τις κινήσεις τους. Πρώτο έρχεται η αναδιανομή πλούτου και εξουσίας προς όφελος του κόσμου του κεφαλαίου. Ακολουθεί η «ανάπτυξη» των οικονομιών. Εμείς θα πρέπει να προτάξουμε ό,τι στηρίζει την αντίστροφη αναδιανομή (φορολογία πλούτου και κεφαλαίου, κοινωνικό κράτος και συλλογικά αγαθά, θεσμική ισχυροποίηση της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο) ως όρο για οποιαδήποτε ανάπτυξη της οικονομίας. Και ως πρόταση ανάπτυξης να προτάξουμε μια διαφορετική ανάπτυξη, όχι απλά τη μεγέθυνση των οικονομιών, μαζί με τη διεύρυνση των χώρων και των τρόπων δημοκρατικής λήψης των αποφάσεων.

* Ο Σπ. Λαπατσιώρας διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012
http://www.epohi.gr/portal/politiki/11698-2012-04-15-17-22-58 

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Καταστρέφεται η Ευρώπη;


Καταστρέφεται η Ευρώπη;


Πλέον έχει γίνει φανερό πώς η στρατηγική διαχείρισης της κρίσης του 2008, που έχει διαμορφωθεί στην Ευρώπη, δεν είναι μία στρατηγική που στοχεύει στην καταστροφή της Ευρώπης ή της Ευρωζώνης. Με άλλα λόγια, οι διάφορες συζητήσεις, οι οποίες εκκινούσαν από τη βάση ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει το τάδε ή δείνα μείγμα πολιτικής θα οδηγηθούμε στην καταστροφή της Ευρωζώνης λόγω κάποιας απλής ή περίπλοκης οικονομικής νομοτέλειας, έχουν αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσουν το πλαίσιο ανάλυσής τους ή να μεταθέσουν την ημερομηνία καταστροφής. Έχει γίνει περισσότερο συνειδητό ότι τα αποτελέσματα των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων αποτελούν βασικό καθορισμό των «οικονομικών» τάσεων και της διαμόρφωσης του τοπίου που αυτές δρουν.
Προφανώς η πολιτική διαχείρισης της Ευρώπης οδηγεί σε επιμέρους συγκρούσεις με τις άλλες δυνάμεις εκτός Ευρώπης και επίσης προφανώς η αμφισβήτηση του μείγματος πολιτικής που ακολουθείται αυτή τη στιγμή εξαπλώνεται. Προφανώς επίσης οι πολιτικές που ακολουθούνται ενέχουν ως δυνατότητα τη διάλυση της Ευρωζώνης, όχι κατ’ ανάγκη άμεσα, παρόλο που δεν είναι αυτή η κύρια τάση που γράφει την ιστορία.  Παρόλο που αυτά είναι αρκετά σημαντικά μαζί με τη χρονικότητα της διαμόρφωσης των αποφάσεων που λαμβάνονται, μπορούν να τεθούν στο περιθώριο για να εξετάσουμε ένα κύριο ερώτημα.
Υπάρχουν δυνάμεις στην Ευρώπη που είναι εναντίον της μεγέθυνσης των οικονομιών; Όταν ο κ. Σόιμπλε υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει, αντί να ζητούν περισσότερα χρήματα για τις δυσκολίες που έχουν, να αντιμετωπίσουν τις αιτίες των δυσκολιών – οι οποίες εντοπίζονται, εν τέλει, στο ότι καταναλώνουν σε ένα επίπεδο το οποίο δεν μπορεί να συντηρηθεί από την παραγωγή τους και επομένως ό,τι πρέπει να κάνουν είναι να εργαστούν για την ανάταξη της παραγωγικής ικανότητάς τους – στοχεύει στην καταστροφή τους, στην κυριάρχησή τους; Δεν καταλαβαίνει ότι με τις ασκούμενες πολιτικές διευρύνεται η ύφεση και οι δυσκολίες;
Έχει υποστηριχθεί από την αρχή της διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης του 2008, ότι δεν πρόκειται περί άγνοιας ή ταπεινών κινήτρων. Η κρίση του 2008, ακριβώς επειδή πρόκειται για συστημική κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, έθεσε το «αίτημα» μίας μείζονος καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Στην Ευρώπη οι ηγεμονικές τάξεις σχημάτισαν μία σύνθετη πολιτική διαχείρισης η οποία επιχειρεί να διασώσει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα εμβαθύνοντάς το. Με δεδομένους τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, οι οποίοι ήταν και είναι εις βάρος του κόσμου της εργασίας, επιχειρείται η επιτάχυνση της νεοφιλελεύθερης τροχιάς που υπήρχε και πριν το 2008 στην Ευρώπη, με στόχο να ανατραπούν ουσιώδεις όροι και θεσμοί που είχαν διαμορφωθεί από τον ιστορικό ταξικό συσχετισμό που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις συνθήκες κρίσης αυτές οι πολιτικές φωτιάς που ακολουθούνται, ο κοινωνικός πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη, έχουν να κάνουν με την αλλαγή του ιστορικού ορίου των αναγκών. Το περιεχόμενό τους αποτελεί πρόταση ιστορικής διάστασης αναδιανομής πλούτου και εξουσίας από τον κόσμο της εργασίας στον κόσμο του κεφαλαίου.
Οι ηγεμονικές τάξεις ιεραρχούν την πολιτική τους: πρώτα η οργάνωση της αναδιανομής υπέρ του κόσμου του κεφαλαίου και η υποταγή του κόσμου της εργασίας και κατόπιν η ανάπτυξη, νεοφιλελεύθερης κόπιας, της οικονομίας. Μια ανάπτυξη με υψηλή ανεργία, με χαμηλούς μισθούς/συντάξεις, πολύ περισσότερα πράγματα για τα οποία θα πρέπει να πληρώνει κανείς ακριβά, χωρίς σεβασμό στις ανάγκες των πολλών και χωρίς πολλά, δεδομένα σήμερα, δικαιώματα. Η απάντησή των ηγεμονευόμενων τάξεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτήν την ιεράρχηση και τη στόχευση που αφορά την οργάνωση του τοπίου των κοινωνικών συγκρούσεων και των κοινωνικών συμμαχιών από τις ηγεμονικές τάξεις. Προφανώς, ούτε η στήριξη στην παραδοχή μίας μυθικής «κατοχής» από ξένες δυνάμεις, αλλά ούτε η στήριξη στην παραδοχή ότι για να έχει αυξημένα δικαιώματα και ισχύ ο κόσμος της εργασίας προϋποτίθεται η «αύξηση της πίτας», μπορούν να αποτελέσουν βάση οργάνωσης των αντιστάσεων. Πρόκειται για δύο προτάσεις οι οποίες υπονομεύουν εξ αρχής τους αγώνες του κόσμου της εργασίας στη σημερινή συγκυρία.
________________________
*Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

2012.04.03