Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Αυτό το "κούρεμα" δεν απαντά στη βιωσιμότητα του χρέους


Αυτό το "κούρεμα" δεν απαντά στη βιωσιμότητα του χρέους

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*

Αν και γράφουμε αυτές τις γραμμές πριν την διαφαινόμενη πιθανότατη ολοκλήρωση του πρώτου γύρου που αφορά την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, το περίφημο PSI PLUS, μάλλον οδηγούμαστε στην αναγγελία μίας συμφωνίας σχετικά συμβατής με τους λογιστικούς στόχους, που είχαν τεθεί στην Σύνοδο της 26ης Οκτωβρίου. Αν τη ημέρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές δεν έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία τότε η αναγκαιότητα διαγραφής ενός τμήματος του χρέους θα οδηγήσει στην πραγματοποίησή της στο επόμενο διάστημα είτε στο μη-εθελοντικό μονομερές «κούρεμα» και τα δύο με περιπλοκή των πολιτικών εξελίξεων. Η ολοκλήρωσή της θα είναι αποτέλεσμα το οποίο θα βάλει ένα κόμμα στην ιδεολογική τρομοκρατία που ασκήθηκε στην ελληνική κοινωνία για τις ανάγκες δημιουργίας συναίνεσης στην υπάρχουσα πολιτική και θα ανοίξει νέους, πιο δύσκολους γύρους, για το πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τις τύχες της υπάρχουσας μορφής αστικής ηγεμονίας.
Αποτελεί πρώτο γύρο με δύο έννοιες.
Πρώτη έννοια: Ανοίγει την εποχή των αναδιαρθρώσεων χρέους στον αναπτυγμένο κόσμο, σε ευρωπαϊκά κράτη. Η πολιτική που ακολουθείται προϋποθέτει αναγκαία την αναδιάρθρωση χρέους για όποια χώρα χάσει την πρόσβαση στις αγορές. Στο βαθμό που η ΕΚΤ δεν χρηματοδοτεί άμεσα τις ανάγκες δανεισμού των κρατών και γενικότερα δεν υπάρχουν μηχανισμοί συλλογικής και αλληλέγγυας αντιμετώπισης των δυσκολιών των δημόσιων οικονομικών που προκλήθηκαν από τη κρίση του 2008 έτσι ώστε οι κυβερνήσεις να υποχρεωθούν να αποδημήσουν το όποιο  κοινωνικό κράτος και να ιδιωτικοποιήσουν τμήματα που ήταν εκτός της σφαίρας της κερδοφορίας κάθε αίτημα χρηματοδότησης του ενός γίνεται πρόβλημα για τους άλλους και στο βαθμό που ο στόχος μείωσης της εσωτερικής ζήτησης, με τη συνεπακόλουθη ύφεση και ανεργία, χρησιμοποιείται για να καμφθούν οι απαιτήσεις των μισθωτών για αξιοπρεπή ζωή, δημιουργώντας ελλείμματα και επομένως οδηγώντας σε αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης.
Δεύτερη έννοια: Με την ολοκλήρωση αυτής της συμφωνίας δεν συγκροτείται εικόνα βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, επομένως θα έχουμε και νέους γύρους. Κατ’ αρχή για να είναι συμβατή η εικόνα του δημόσιου χρέους που θα προκύψει θα πρέπει η συμμετοχή να είναι πάρα πολύ υψηλή (το ΔΝΤ διαπραγματευτικά θέτει τον όρο 100%). Επομένως αν απέχουμε αρκετά από ένα κρίσιμο ποσοστό θα πρέπει να αναμένουμε νέες κινήσεις και διαπραγματεύσεις έτσι ώστε να προσεγγίσουμε το στόχο μείωσης κατά 100 δις του ελληνικού δημόσιου ομολογιακού χρέους. Η διαπραγμάτευση που έχει γίνει ως τώρα έχει ανοίξει και το θέμα «κουρέματος» των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ (με κάποια μορφή) στο κοντινό μέλλον. Πρόκειται για εν εξελίξει διαπραγμάτευση, με ισχυρότατη τάση να ολοκληρωθεί, με στόχο να δοθούν περιθώρια κάλυψης των αναγκών χρηματοδότησης από τις ανεπάρκειες του «κουρέματος» στο οποίο θα καταλήξουμε.
Με δεδομένες αυτές τις πολιτικές, το κούρεμα έπρεπε να είχε γίνει εξ’ αρχής και να είναι μεγάλο. Η διαγραφή κατά  50% μόνο αποτελεί αποτέλεσμα πολιτικών που διαμορφώνονται με ειδικό σεβασμό στα συμφέροντα των τραπεζιτών (και όχι κατ’ ανάγκη των τραπεζών). Ας σκεφτούμε: με κούρεμα αντί 50% στο 60% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το ΔΝΤ υπολογίζει επιπλέον μείωση του χρέους κατά 25δισ.περίπου, περισσότερα από τα χρήματα όλων των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου ενώ συγχρόνως μειώνονται οι πληρωμές τόκων κατά 1,5 δις. κάθε χρόνο, όσες είναι οι απαιτήσεις μείωσης των μισθών και των συντάξεων στο Μεσοπρόθεσμο.
Επομένως, στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής που ακολουθείται, όσο μεγαλύτερο «κούρεμα» επιβαλλόταν στις απαιτήσεις των τραπεζών (ας πούμε 80-90% - με εξαίρεση των ασφαλιστικών ταμείων ημεδαπών και αλλοδαπών) τόσο καλύτερο αποτέλεσμα θα συνιστούσε και όσο μικρότερα επιτόκια και περίοδοι χάριτος τόσο καλύτερα επίσης. Αυτά τα νούμερα μεταφράζονται σε μισθούς, συντάξεις, νοσοκομεία σχολεία, προγράμματα απασχόλησης και δημόσιες επενδύσεις. (ή συνιστά αν αναφερθούμε σε όρους παρούσας αξίας, δηλαδή του συνόλου της χρηματοροής των τόκων και των χρεολυσιών που θα προκύψουν)
Είναι ενδεικτικό επίσης, ότι σε όλες τις φάσεις της διαπραγμάτευσης η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται με μεγάλη ευκολία τις ενστάσεις και απαιτήσεις των τραπεζιτών καλλιεργώντας παράλληλα μέσω των ΜΜΕ και των μηχανισμών συγκρότησης κοινής γνώμης την οικοδόμηση της εθνικής συναίνεσης πάνω στη θέση ότι το καλύτερο «κούρεμα» είναι το μη-«κούρεμα» – με ποικίλους τρόπους, που ξεκινάνε από την κινδυνολογία περί εξόδου από ευρώ μέχρι το να ασχολείται η ελληνική κοινή γνώμη με το αν θα ενεργοποιηθούν τα CDS ή όχι που δεν αφορά την Ελλάδα ως κόστος.
Ωστόσο δεν είναι το θέμα μόνο της διαγραφής κατά 50% του ονομαστικού χρέους αλλά και το ζήτημα των συμφωνηθέντων επιτοκίων. Εκεί υπάρχουν περισσότερα περιθώρια επιλογών σχετικά με τους στόχους της συμφωνίας της 26ης Οκτώβρη. Κατ’ αρχή η ανάλυση βιωσιμότητας του ΔΝΤ, το οποίο αποτέλεσε το βασικό παίκτη ώστε να περιοριστούν οι απαιτήσεις των τραπεζιτών ως προς τα βάρη τα οποία θα αναλάβουν (μαζί με τη Γερμανία)  υπολογίζει πολύ χαμηλά μέσα επιτόκια και έχει ορίζοντα το 2020 σε πρώτη φάση. Επομένως συνδυασμοί κλιμακωτών επιτοκίων στο χρόνο και ανάλογα με το χρόνο λήξης των ομολόγων, περιόδου χάριτος σε πληρωμές τόκων (πολύ σημαντικό για τα ελλείμματα), εξάρτησης από ρυθμούς ανάπτυξης (για να μην αναφερθούμε και σε άλλα χαρακτηριστικά των ομολόγων) διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλαίσιο που δίνει τη δυνατότητα να εμφανιστεί ένα αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, ειδικά μέχρι το 2020, συμβατό με τους λογιστικούς στόχους που έχουν τεθεί. Πάλι όσο μεγαλύτερο το «κούρεμα» σε όρους παρούσας αξίας, δηλαδή του συνόλου της χρηματοροής των τόκων και των χρεολυσιών που θα προκύψουν, τόσο καλύτερα. Με απλούς όρους η διαφορά μεταξύ 3% και 5% μέσο επιτόκιο στο χρέος που θα απομείνει μετά το κούρεμα των ομολόγων, στα νέα ομόλογα, είναι γύρω στα δυο δις. ευρώ ετησίως (ανάλογα και με τους χρόνους πληρωμής τόκων) δηλαδή μεγαλύτερο αποτέλεσμα από τις απαιτήσεις για μειώσεις μισθών του Μεσοπρόθεσμου.
Εκτός από ονομαστικό ύψος και επιτόκια καθορίζει την εικόνα βιωσιμότητας τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η απαίτηση πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4,5% του ΑΕΠ έτσι ώστε το χρέος αν καταστεί βιώσιμο σε βάθος 20ετίας, σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, ισοδυναμεί με απαίτηση σοβαρών κοινωνικών συγκρούσεων (ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι σε περιβάλλον αυξημένων κοινωνικών δαπανών προϋποτίθεται από το ΔΝΤ ότι οι πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες,- εκτός των τόκων, συμπεριλαμβανόμενης της κοινωνικής ασφάλισης, θα οδηγηθούν στο 33.6% του ΑΕΠ το 2020 έναντι 45% το 2008, μέγεθος το οποίο απαντάται στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ και όχι στις ανεπτυγμένες χώρες, ανεξαρτήτως του μεγέθους του ιδιωτικού τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ). Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να εντάξουμε και τη διαμορφούμενη συναίνεση, που συνιστά μεταβολή της αντίληψης για τη διαχείριση της ελληνικής κατάστασης, σε επίπεδο ιδεολογικό βέβαια ακόμη, όπως τη συναντάμε στην τελευταία έκθεση του κ. Προβόπουλου και κειμένων της Ευρωπαϊκής επιτροπής, ότι λόγω των διαφορετικών πολλαπλασιαστών της δημόσιας δαπάνης για να ανακοπεί η πορεία της ύφεσης θα πρέπει να στηριχτούν κυρίως οι δημόσιες επενδύσεις (υποδομές κλπ) που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή ενώ οι πολλαπλασιαστές της δαπάνης για το κοινωνικό κράτος είναι αρκετά χαμηλοί. Πέραν σοβαρών μεθοδολογικών ζητημάτων που αφορούν τις εκτιμήσεις των πολλαπλασιαστών που έχουν γίνει, η στόχευση προβάλλει σαφής και ενισχυτική ενός πολύ σημαντικού περιορισμού του κοινωνικού κράτους και εκχώρησης σημαντικών τομέων στην «ιδιωτική πρωτοβουλία» (το να θα αποκτήσει σάρκα και οστά η στόχευση του πρώτο σκέλους, των δημοσίων επενδύσεων, είναι άλλο ζήτημα).
Συνοψίζοντας, ακόμη και η επίτευξη των λογιστικών στόχων της διαγραφής του χρέους που αποτυπώθηκαν με τη συμφωνία της 26ης Οκτώβρη συνεπάγονται είτε την ανάγκη αυξημένων μεγεθών χρηματοδότησης για τα κράτη της Ε.Ε και το ΔΝΤ είτε την εξεύρεση νέων πηγών χρηματοδότησης (η πολύ γνωστή πηγή νέων εγχωρίων περικοπών δαπανών, αύξησης εσόδων και «χαρατσιών» ) ενώ ο στόχος του 120% δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ για το 2020 απομακρύνεται. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία θα οδηγηθούμε στη διαγραφή ενός τμήματος του δημοσίου χρέους, η υπάρχουσα πολιτική συνεπάγεται πρωτόφαντη ένταση του κοινωνικού πολέμου για τον επόμενο χρόνο: η επίθεση σε εργατικά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος και η οικοδόμηση νέων μορφών κερδοφορίας για τους κεφαλαιούχους, που θα ακολουθήσει, θα είναι πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι συναντήσαμε μέχρι τώρα.

20/1


*Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.


Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Το PSI θα γίνει και δεν θα λύσει τίποτα


Το PSI θα γίνει και δεν θα λύσει τίποτα

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*

Οι διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες και τους υπόλοιπους ιδιώτες πιστωτές δεν έχουν ως ενδεχόμενο την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Η όλη σχετική συζήτηση αποτελεί κινδυνολογία με κύριο στόχο την  οικοδόμηση συναίνεσης στις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης και συγχρόνως να εμποδίσει τη συζήτηση των εναλλακτικών επιλογών απέναντι σε αυτές.
Ο στόχος αποκατάστασης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, με βάση τη συμφωνία της 26ης Οκτώβρη δεν πρόκειται -με βάση την πορεία που ακολουθείται- να επιτευχθεί ακόμη και με 100% συμμετοχή και χαμηλά επιτόκια, όχι σαν αυτά τα οποία ζητούν οι Έλληνες και ξένοι τραπεζίτες. Όλοι οι εμπλεκόμενοι αναγνωρίζουν ότι οι προϋποθέσεις που βασίστηκε η συμφωνία αυτή ήταν πολύ αισιόδοξες και η πορεία των πραγμάτων τις καθιστά άκυρες, θέτοντας επί τάπητος τον ανασχεδιασμό. Επιπρόσθετα, η διαγραφή δημόσιου χρέους κατά 50% είναι λίγη με όρους βιωσιμότητας, και αποφασίστηκε με βάση την προστασία των ειδικών συμφερόντων του τραπεζικού συστήματος, κριτήριο που  καθόρισε και καθορίζει και τις επιλογές της κυβέρνησης.
Με άλλα λόγια, ακόμη και η επίτευξη των λογιστικών στόχων της διαγραφής του χρέους που αποτυπώθηκαν με τη συμφωνία συνεπάγονται αυξημένα μεγέθη χρηματοδότησης για τα κράτη της Ε.Ε και το ΔΝΤ και πιθανότατα εξεύρεση νέων πηγών χρηματοδότησης.
Ωστόσο, το πιο λογικό αποτέλεσμα είναι ότι η συμφωνία θα ολοκληρωθεί, στο αμέσως επόμενο διάστημα και θα προσεγγίζει τους λογιστικούς στόχους που έχουν τεθεί, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τη συμπερίληψη, με κάποια μορφή, των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ. Οι πληρωμές των CDS δεν αφορούν την Ελλάδα, αποτελούν μικρό μέγεθος για να απειλεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος· επομένως, η επιβολή ρητρών συλλογικής δράσης αποτελεί αξιόπιστη απειλή υπό τον όρο ότι κάμπτονται οι αντιρρήσεις της ΕΚΤ, οι οποίες υπό τον κίνδυνο αποτυχίας της συμφωνίας θα καμφθούν.
ΔΝΤ και Γερμανία επιθυμούν τη σοβαρή μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους για πολλούς λόγους. Η μη-επίτευξη των στόχων σημαίνει ότι για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα θα πρέπει να αναλάβουν πολύ μεγαλύτερο κόστος οι ίδιοι ή μία νέα διαδικασία PSI, η οποία θα ξανανοίξει τη συζήτηση στην Ευρώπη για την αναδιάρθρωση χρέους με χειρότερους όρους -ειδικά αν σκεφτούμε ότι η υποβάθμιση της πιστωτικής αξιοπιστίας της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών σηματοδοτεί την αναγκαιότητα της αναθεώρησης της συνολικής στρατηγικής που έχει αποτυπωθεί στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Σημαίνει, επίσης, λιγότερες χρηματοδοτικές απαιτήσεις και συγχρόνως ανοίγει τη δυνατότητα αυξημένων περιθωρίων στον ανασχεδιασμό του προγράμματος για την Ελλάδα (δίνει καλύτερους όρους στη μελλοντική συζήτηση για αναδιάρθρωση και των δανείων της Ε.Ε.). Η ακύρωση του PSI, όπως έχει προταθεί, σημαίνει μείζονα αλλαγή της προσέγγισης που δεν φαίνεται να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να συντελεστεί. Η υπάρχουσα πολιτική, όπως έχει σχεδιαστεί, προϋποθέτει, αναγκαία, αναδιαρθρώσεις χρέους.
Επομένως, η απειλή ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία τότε θα υπάρξει μονομερές μη-εθελοντικό “κούρεμα” με μεγαλύτερο ποσοστό “κουρέματος” και χαμηλότερα επιτόκια, είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε οι τράπεζες να οδηγηθούν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενες όρους που να εξυπηρετούν τους στόχους που έχουν τεθεί. Παρόλο που στο πλαίσιο της υπάρχουσας πολιτικής η απόφαση ενός μονομερούς μη-εθελοντικού “κουρέματος”, που θα αφορά όλους τους κατόχους ομολόγων (και την ΕΚΤ), θα οδηγούσε σε πιο βιώσιμη εικόνα του δημόσιου χρέους, ωστόσο έχει επιπλοκές για το υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης που την καθιστούν τρίτη καλύτερη λύση. Το πότε θα ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις είναι ασαφές. Κυρίαρχη τάση αποτελεί το αμέσως επόμενο διάστημα. Ωστόσο δεν αποκλείεται ενας χρόνος αρκετών εβδομάδων με συνέπεια τη σημαντική περιπλοκή της κατάστασης.

Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τη διαδικασία με την οποία θα οδηγηθούμε στη διαγραφή ενός τμήματος του δημοσίου χρέους, η υπάρχουσα πολιτική συνεπάγεται πρωτόφαντη ένταση του κοινωνικού πολέμου: η επίθεση σε εργατικά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος και η οικοδόμηση νέων μορφών κερδοφορίας για τους κεφαλαιούχους, που θα ακολουθήσει, θα είναι πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι συναντήσαμε μέχρι τώρα.
___________
*Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.


Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορική τομή στην Εμβάθυνση του Νεοφιλελευθερισμού


Ιστορική τομή στην Εμβάθυνση του Νεοφιλελευθερισμού

Η ιδέα με την οποία επιχειρείται να δικαιολογηθούν τα καταστροφικά αποτελέσματα των πολιτικών του Μνημονίου για την κοινωνία και τους εργαζόμενους, και την συνεχή αποτυχία τους να εκπληρώσουν τους στόχους που έχει ρητά τεθεί (μείωση ελλειμμάτων, επιστροφή στις αγορές χρήματος, αποφυγή χρεοκοπίας κλπ) είναι ότι δεν απέτυχε το Μνημόνιο αλλά δεν εφαρμόστηκε. Για να το καταλάβουμε το αστήρικτο της ιδέας αυτό αρκεί να δούμε τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής της 9/12 σε σχέση με τις προηγούμενες συμφωνίες των Συνόδων Κορυφής και σε σχέση με τα ζητήματα που είχε να επιλύσει.
Σε σχέση με τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της κρίσης του 2008 οι προηγούμενες συμφωνίες απέτυχαν. Ας αναφερθούμε μόνο σε δύο σημεία.
1) Από εκεί που υπήρχε μόνο ενα πρόβλημα χρηματοδότησης των ελληνικών ελλειμμάτων προέκυψαν προβλήματα παγκόσμιας συστημικής σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς οι αποφάσεις οδήγησαν στο ενδεχόμενο πιθανής απώλειας της πρόσβασης στις αγορές για Ιταλία και Ισπανία και σε μία πολύ μεγαλύτερη ένταση της κρίσης του τραπειζκού συστήματος το οποίο βρίκσεται σε κατάσταση απομόχλευσης. Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τις εγγυήσεις που δίνει η παρέμβαση της ΕΚΤ ως ύστατου δανειστή, η ανάληψη απο κοινού της χρηματοδότησης των κρατών μελών (μορφές ευρωομολόγου) ή με αλλαγή των όρων λειτουργίας του EFSF και τη μεγάλη ενίσχυσή του σε κεφάλαια. Η γραπτή συμφωνία της Συνόδου φαίνεται να αγνοεί την ένταση των προβλήματών χρηματοδότησης και της εξελισσόμενης πιστωτικής κρίσης παρέχοντας μόνο ημίμετρα. Η προσπάθεια να τονώσουν τις αγορές ομολόγων με πιθανή απάλειψη της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα δεν θα έχει αποτελέσματα επειδή η πολιτική που ακολουθείται προϋποθέτει το πιθανό κούρεμα για τους κατόχους των τίτλων είτε προβλέπεται είτε δεν προβλέπεται.
 2) Οι πολιτικές αυτές οδηγούν πιθανότατα την Ευρώπη σε ύφεση για το 2012. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για τα προβλήματα ανάπτυξης στο ανακοινωθέν της Συνόδου. Ο συνταγματικός «Χρυσός Κανόνας» ελλειμμάτων και χρέους δεν συνιστά δημοσιονομική ένωση, σύστημα μεταφοράς πόρων, αλλά συνταγματοποίηση ενός κανόνα που σημαίνει ότι οι μόνες οικονομικές πολιτικές αντιμετώπισης της ύφεσης αλλά και του προβλήματος του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη θα είναι η ακραία επίθεση στον κόσμο της εργασίας και η αποδόμηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Επομένως ως προς την ζητήματα της χρηματοδότησης που έχουν αναδειχθεί τα αποτελέσματα της Συνόδου εγγυώνται μία νέα Σύνοδο που θα έχει να αντιμετωπίσει πιο γενικευμένα ερωτήματα. Αλλά ποτέ δεν διακηρύχτηκε ότι οι πολιτικές που απορρέουν από αυτές τις Συμφωνίες θα περιορίσουν και θα αντιμετωπίσουν την κρίση. Η κρίση έγινε αντιληπτή ως μία ευκαιρία για να λυθεί το πρόβλημα μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε πιο προπολεμικού τύπου κοινωνίες. Και η Σύνοδος αυτή συνιστά μία ιστορική τομή στην εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη.
Ο κ Σοϊμπλε έχει διατυπώσει αρκετά καθαρά το περιεχόμενο των πολιτικών της απόφασης της Συνόδου και την απάντηση στα διλήμματα που εγείρονται από τους κινδύνους που προκαλούν αυτές οι πολιτικές: οι βραχυπρόθεσμες απώλειες από αυτές τις πολιτικές είναι γνωστές (πιθανές χρεοκοπίες, ύφεση, ανεργία, πολιτική κρίση) αλλά το μακροπρόθεσμο κέρδος για όλους από τις αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες και στην μείωση του κοινωνικού κράτους θα είναι πολύ σημαντικότερο.
Με άλλα λόγια η απόφαση της Συνόδου στέλνει αυτό το σήμα: δεν μας τρομάζει η ύφεση, οι χρεοκοπίες κρατών και νοικοκυριών. Είμαστε αποφασισμένοι την επίθεση ενάντια στον κόσμο της εργασίας στην Ευρώπη να την πάμε μέχρι τέρμα. Εγγυούμαστε επίσης ότι αποτελέσματα της πολιτικής μας που απειλούν τη σταθερότητα του συστήματος θα τα αντιμετωπίζουμε όταν απαιτείται αρκεί να υπηρετείται ο κύριος στόχος. Με το ίδιο πνεύμα μπορούμε να κρίνουμε και το επιχείρημα αν το Μνημόνιο απέτυχε ή δεν εφαρμόστηκε. Το Μνημόνιο πετυχαίνει τους στόχους του που ουδεμία σχέση έχουν με την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η απόφαση της Συνόδου δεν δημιουργεί ανασταλτικούς μηχανισμούς στη πορεία που ακολουθεί η συστημική κρίση, ενέχει σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, μεταθέτει τα προβλήματα επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο στην εφαρμογή των πολιτικών εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη  και το κύριο εργαλείο οικονομικής πολιτικής που αναδεικνύει για να μπορέσει να εφαρμοστούν οι πολιτικές που απορρέουν από αυτή είναι η αυταρχική αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων αυτών των πολιτικών και των κρισιακών φαινομένων.

Εφημερίδα Εποχή, 2011.12.11

Νεοφιλελεύθερη στρατηγική και Ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής της 9/12/2011


9/12/2011

Για να απαντήσουμε στο κατά πόσο συνιστά λύση η (άλλη μία) προσωρινή και έωλη συμφωνία στην οποία θα καταλήξει η Σύνοδος Κορυφής, πρέπει να εξετάσουμε ποιο είναι το πρόβλημα στο οποίο καλείται να απαντήσει. Αναγκαστικά θα είμαστε σχηματικοί.
Η ακραία συντηρητική αντίληψη που κυριαρχεί, θεωρεί ως αιτία της κρίσης τον υπερβολικό δανεισμό είτε των νοικοκυριών είτε των κρατών. Επομένως, η λύση στο πρόβλημα είναι η διόρθωση των θεσμικών ατελειών, ώστε να τιμολογείται σωστά ο κίνδυνος και να μην μπορεί κανείς δανειζόμενος να ζήσει πέρα από τις δυνατότητές του. Επίσης, επιβάλλεται να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί δημοσιονομικής παρακολούθησης στα κράτη, τα νοικοκυριά που υπερέβησαν τις δυνατότητές τους να κάνουν θυσίες και να συγκροτηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο για τις αγορές. Πέρα από αυτά, η κρίση αποτελεί ευκαιρία για να προχωρήσουν οι απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεων και αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.
Με βάση την ίδια λογική δεν μπορεί να υπάρξει δημοσιονομικό σύστημα μεταφοράς πόρων, η ΕΚΤ δεν πρέπει να αναλάβει την υποστήριξη κρατών, παρά μόνο πυροσβεστικά, όταν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα του συστήματος. δεν είναι «ορθό» να εκδοθούν ευρωομόλογα, επειδή όλα αυτά καθιστούν αδύναμες στις κυβερνήσεις απέναντι στις κοινωνικές απαιτήσεις. Πρόκειται για την ηγεμονική αφήγηση, η οποία δεν εκφέρεται μόνο από τη γερμανική κυβέρνηση αλλά από σχεδόν κάθε κυβέρνηση και διαμορφωτή πολιτικής στην Ευρώπη, που καταλήγει να δείχνει ως ενόχους τους εργαζομένους και το κοινωνικό κράτος
Αλλά γιατί αντιδρά η Γαλλία; Ορισμένα στοιχεία δίνουν ένα δρόμο για να εξετάσουμε τις τακτικές διαφωνίες με τη Γερμανία. Η Γαλλία έχει 50% του ΑΕΠ πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες, προβλεπόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα μεταξύ 5% και 6% για το 2012 μετά από πρόγραμμα λιτότητας, δημόσιο χρέος που προσεγγίζει στα επόμενα έτη το 100%, ιδιωτικό χρέος πάνω από 150% και ακαθάριστο εξωτερικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό 200%, εκ των οποίων το 78%, σχεδόν 2,2 τρις, είναι βραχυπρόθεσμο και επομένως πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί). Στις αρχές του 2012 θα έχει χάσει τον ΑΑΑ βαθμό πιστωτικής αξιοπιστίας και κάθε αναχρηματοδότηση θα έχει μεγαλύτερο κόστος, χώρια τις απώλειες που συνεπάγεται η χαμηλότερη αξιοπιστία. Επίσης τον Απρίλιο του 2012 γίνονται προεδρικές και τον Ιούνιο βουλευτικές εκλογές, ενώ, όπως φαίνεται, η οικονομία της θα έχει εισέλθει σε ύφεση.
Η γαλλική κυβέρνηση, δεν αντιτίθεται στην ηγεμονική αφήγηση και τη στρατηγική που απορρέει από αυτή –άλλωστε έχει συμβάλλει στη διαμόρφωσή της. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία καθίσταται προφανές γιατί ζητά μεγαλύτερη κινητικότητα στην αγορά χρέους εκ μέρους της ΕΚΤ (να αναλάβει το ρόλο του ύστατου δανειστή), έκδοση ευρωομολόγου, ενίσχυση του EFSF, ώστε να μειωθούν οι πιέσεις μετάδοσης της κρίσης χρέους και σε αυτήν και επιπλέον χρόνο υλοποίησης αυτής της στρατηγικής, με μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας για δημοσιονομικούς χειρισμούς. Όμως, επίσης προφανώς, οι απαιτήσεις της ενδέχεται να καταστήσουν μη-αξιόπιστη απειλή για τις κυβερνήσεις την απώλεια πρόσβασης στις αγορές και επομένως να ακυρώσουν την αποτελεσματικότητα της κύριας στρατηγικής, που συνίσταται τελικά στη μεταφορά της πίεσης στους εργαζόμενους.
Είναι σαφές ότι αυτή η πολιτική, οδηγώντας στην ύφεση την Ευρώπη (-1% για το 2012) οδηγεί σε απώλειες ακόμη και τη Γερμανία. Συμφέρει τη Γερμανία ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Ας μας καθοδηγήσουν μερικοί αριθμοί στην απάντηση του ερωτήματος. Το 2010 το 70% των εξαγωγών της Γερμανίας κατευθυνόταν την Ευρώπη. Ωστόσο, η μείωση των εξαγωγών δεν αναμένεται να χειροτερέψει το πλεόνασμα των εξαγωγών, σε σχέση με τις εισαγωγές, παρά μόλις κατά 1,5% του ΑΕΠ, δηλαδή 35δις ευρώ (από το περίπου 5% για το 2011, στο 3,5% για το 2012, σε ένα μάλλον δυσμενές σενάριο, όχι αυτό που ακολουθεί επισήμως η γερμανική κυβέρνηση). Αυτή η επιδείνωση θα επιφέρει πτώση των επενδύσεων, μικρή άνοδο της ανεργίας και μικρή επιδείνωση των ελλειμμάτων. Μπροστά σε αυτά τα μάλλον μικρά μεγέθη το κόστος μίας αλλαγής πολιτικής, φαίνεται μεγάλο, ειδικά αν σκεφτούμε: α) τις χρηματοδοτικές ανάγκες που θα προκύψουν από αυξημένα ελλείμματα και χρέος στη Γερμανία σε περίπτωση που δεν υιοθετηθεί αυξημένη πειθαρχία από τις άλλες χώρες και β) το πολιτικό κόστος. Στην εικόνα αυτή βέβαια θα πρέπει να προσθέσουμε παράγοντες που προκαλούν μεγαλύτερο κόστος από την επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι γερμανικές τράπεζες είναι εκτεθειμένες στις τράπεζες της Ιταλίας και της Ισπανίας με 165 και 180 δις ευρώ αντιστοίχως (στοιχεία BIS, 2011/09).
Στο δίλημμα της Γερμανίας, το οποίο δεν είναι απλό και κρύβει τεράστια πολιτική ένταση, απαντά ο κ. Σόιμπλε: οι βραχυπρόθεσμες απώλειες από αυτές τις πολιτικές είναι γνωστές (πιθανές χρεοκοπίες, ύφεση, ανεργία, πολιτική κρίση) αλλά το μακροπρόθεσμο κέρδος για όλους από τις αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες και στην μείωση του κοινωνικού κράτους θα είναι πολύ σημαντικότερο. Την ιδέα του κ. Σόιμπλε αποδέχονται ως ηγεμονική ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν, όπως οι περισσότεροι «παίκτες» των αγορών, στο δόγμα «της λιτότητας που φέρνει μεγέθυνση» (το οποίο παρέχει θεωρητική νομιμοποίηση για την κοινωνική ερήμωση που βιώνουμε), αρκεί να μην δημιουργούνται συστημικοί μη-δυνάμενοι να ελεγχθούν κίνδυνοι.
Τελευταίος σημαντικός παράγοντας, πλην της ΕΚΤ, που καθορίζει τη συζήτηση στη Σύνοδο: οι αγορές. Οι αγορές απλά αμύνονται, με το γνωστό βραχυπρόθεσμο ορίζοντα που διαθέτουν, απέναντι σε μία πολιτική που τους υπόσχεται απώλειες, αυξημένους συστημικούς κινδύνους και πολιτική αστάθεια. Στους άμεσους κινδύνους δεν αντιμετωπίζουν τη «διάλυση του ευρώ»: δεν δίνουν πολλές πιθανότητες άμεσα. Ως άμμεσους κινδύνους θεωρούν πρώτον, τη διαφαινόμενη αδυναμία Ιταλίας και Ισπανίας να δανειστούν από τις αγορές (οι ανάγκες χρηματοδότησής τους μόνο για το 2012 είναι της τάξης των 375 και 220 δις αντίστοιχα, κάθε εβδομάδα σχεδόν 10 δις ευρώ). Δεύτερον, την υποβόσκουσα πιστωτική κρίση, που πλήττει ένα σημαντικό τμήμα τους, τις τράπεζες. Το 2012 οι τρέχουσες ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης ευρωπαϊκών τραπεζών υπολογίζονται σε 115 δις, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι νέες χειρότερες συνθήκες ενώ 400 δις είναι οι ανάγκες τους για αποπληρωμές δανεισμού. Η προσπάθεια να τονώσουν τις αγορές ομολόγων με πιθανή απάλειψη της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα δεν θα έχει αποτελέσματα. Η διολίσθηση της Ιταλίας ή της Ισπανίας προς την αφερεγγυότητα σημαίνει κούρεμα των ομολόγων στις αγορές repos και τελικά δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα υπάρξει κούρεμα ala ελληνικά: Η πολιτική που ακολουθείται προϋποθέτει το πιθανό κούρεμα για τους κατόχους των τίτλων είτε προβλέπεται είτε δεν προβλέπεται.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Ευρώπη εκβιάζει όλο τον κόσμο να συγχρηματοδοτήσει τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών και κρατών. Η χθεσινή απάντηση του Ομπάμα, ήταν σχεδόν αντιγραφή της απάντησης των Κινέζων: η Ευρώπη είναι αρκετά πλούσια ώστε αν οι ηγέτες της πάρουν αποφάσεις να μπορεί να λύσει τα προβλήματά της. Ωστόσο ο εκβιασμός της Ευρώπης λειτουργεί. Η FED ανανέωσε τις συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων με μειωμένο επιτόκιο και το ΔΝΤ δηλώνει θεσμικά έτοιμο να συμμετέχει στα νέα προγράμματα διάσωσης.
Επομένως, η διαφαινόμενη συμφωνία δεν λύνει τίποτα πέραν της οικοδόμησης μίας Ευρώπης πιο αφιλόξενης για τους εργαζόμενους και τις κοινωνίες. Η συνταγματοποίηση της λιτότητας δεν συνιστά δημοσιονομική ένωση. Η απονομιμοποίηση της διακρατικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, που αποτελεί τον πυρήνα μίας πρότασης θεσμισμένης λιτότητας με απούσα κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση, κινητοποιεί δυνάμεις που βαθαίνουν τα κρισιακά φαινόμενα και αυξάνουν τους συστημικούς κινδύνους. Στην καλύτερη περίπτωση προσφέρει άλλη μία χρονική μετάθεση, μία προσωρινή αποσυμφόρηση μέχρι τον επόμενο γύρο, ο οποίος θα θέσει πιο γενικευμένα ερωτήματα προς απάντηση. Αλλά όλα αυτά είναι μέρος της στρατηγικής «φωτιάς» που έχει επιλεγεί.
Συγχρόνως είμαστε στο σημείο που τα μεγέθη τα οποία εμφανίζονται στο τραπέζι περιορίζουν πολύ τους βαθμούς ελευθερίας αυτής της πολιτικής. Οι πολιτικές εντάσεις που δημιουργούνται δεν είναι αμελητέες, το δείχνει και η αναμενόμενη άρνηση της Βρετανίας να συνυπογράψει το κείμενο.
Το δίλημμα «είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαλυθεί είτε θα είναι δημοκρατική και κοινωνική» είναι πλέον αυτό που περιγράφει, εδώ και αρκετούς μήνες, την κύρια τάση που εργάζεται στην ιστορία.

Αυγή, 2011.12.11

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Ισλανδία: η μνήμη μιας εξέγερσης


Ισλανδία: η μνήμη μιας εξέγερσης


Αρκούντως σχηματικά και ελλειπτικά. Χώρα 320.000 κατοίκων. Το ΑΕΠ ανέρχεται σε 10 δισ. ευρώ από 14,9 δισ. το 2007 πριν την κρίση (στοιχεία AMECO).
Η κρίση ξεκίνησε από τις 29/9/2008 με την πρώτη κατάρρευση τράπεζας (Glitnir), κάτι αναμενόμενο στα συμφραζόμενα του 2008. Προήλθε κυρίως από τον τραπεζικό τομέα, ο οποίος είχε κερδίσει μεγάλα μερίδια αγοράς, κυρίως στην Μ. Βρετανία και στην Ολλανδία (500.000 πελάτες σε όλη την Ευρώπη). Ενδεικτικά μεγέθη της έκθεσης και της βιαιότητας της κρίσης που ακολούθησε: Το καθαρό εξωτερικό χρέος από 36% του ΑΕΠ, το 1980, είχε ανέλθει σε 246%, το 2007. Όχι λόγω του δημόσιου χρέους (27% του ΑΕΠ το 2007 και το 2011 σε 92% λόγω της κρίσης και των μέτρων διάσωσης), αλλά εξαιτίας του χρέους των νοικοκυριών (227% του ΑΕΠ το 2007), των επιχειρήσεων (300% του ΑΕΠ), και προφανώς των ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων του τραπεζικού τομέα.
Η έκθεση του τραπεζικού συστήματος στο εξωτερικό οδήγησε σε μαζική φυγή κεφαλαίων και στην πτώση της κορώνας κατά 30% (η Ισλανδία δεν συμμετείχε στην Ευρωζώνη –αποφάσισε να συνδεθεί με την Ε.Ε. το 2009 μετά την πτώση της κυβέρνησης από τις διαδηλώσεις),  στην κατάρρευση των μεγαλύτερων τραπεζών και την αναγκαστική εθνικοποίηση τους και στην άνοδο των επιτοκίων στο 18%. Παράλληλα, οδήγησε σε πολύ μεγάλες δυσκολίες τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που είχαν δανειστεί σε ξένο νόμισμα.
Τον Ιανουάριο του 2009 εξαγριωμένο πλήθος πολιορκεί ο κοινοβούλιο και την Κεντρική τράπεζα οδηγώντας σε παραίτηση την κυβέρνηση. Η νέα κυβέρνηση προέρχεται από τις αριστερές τάσεις του πολιτικού συστήματος.

Ας εξετάσουμε κάποια μεγέθη της οικονομικής δραστηριότητας.
Η Ισλανδική κορώνα από περίπου 90 κορώνες ανά ευρώ πέρασε τις 180 σε μηνιαία βάση και κατόπιν ανατιμήθηκε ελαφρά -σήμερα βρίσκεται στις 160 ανά ευρώ. Αντίστοιχη διακύμανση είχε και σε σχέση με το δολάριο. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλά αρνητικό, παρά την εντυπωσιακή αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών που κατέστησαν το εμπορικό ισοζύγιο θετικό (αντίστοιχες εξελίξεις για τις εξαγωγές και εισαγωγές υπηρεσιών). Αυτό που υπερ-αντιστάθμισε το θετικό αποτέλεσμα είναι το εξαιρετικά αρνητικό ισοζύγιο εισοδημάτων (υψηλότατες εκροές εισοδημάτων).

Σε σχέση με τους μισθούς και την αγοραστική τους δύναμη. Ένα ισοδύναμο 100 ευρώ, στην αρχή του 2008, μειώνεται σε 40 ευρώ στο τέλος του 2008, κυρίως λόγω της υποτίμησης της κορώνας. Μετά την άνοδο της αριστερόστροφης κυβέρνησης και την προσπάθεια στήριξης των μισθών παρατηρείται ανάκαμψη μαζί με την μερική άνοδο της ισοτιμίας της κορώνας, που έκτοτε κυμαίνεται γύρω στα 70 ευρώ (έχουμε αφαιρέσει τα αποτελέσματα που προκαλεί ο πληθωρισμός). Ενδεικτικά, αυτή η μείωση είναι διπλάσια της μείωσης των μισθών στην Ελλάδα κατά 15% σε πραγματικούς όρους κατά τη διετία 2010-2011, όπως την υπολογίζει το Υπουργείο Εργασίας.
Η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά. Ποσοστό ανεργίας γύρω στο 7% (11.000 άνεργοι), το οποίο στην Ελλάδα μπορεί να μην μας φαίνεται υψηλό, αλλά είναι 7 φορές μεγαλύτερο από το 1% που υπήρχε στην Ισλανδία προ κρίσης, και πάνω από διπλάσιο από το 1-3% που κυμαινόταν ιστορικά την προηγούμενη δεκαετία. Φυσικά, υπερδιπλάσιο στη νεολαία. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό το ποσοστό ανεργίας υπάρχει παρά τη μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Τούτες οι εξελίξεις προκάλεσαν μεγάλη μετανάστευση στο εξωτερικό (7.000 το 2009-2010, το 4,5% της διαθέσιμης εργατικής δύναμης ).
Παρά ταύτα διατηρήθηκε το κοινωνικό κράτος της Ισλανδίας. Οι δαπάνες παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα (πρωτογενείς δαπάνες για το 2011 εκτιμούνται σε 41% του ΑΕΠ). Υπήρξε σημαντική πρόνοια για τα στεγαστικά δάνεια των νοικοκυριών, ωστόσο το 40-50% των επιχειρηματικών δανείων δεν εξυπηρετείται κανονικά, ενώ πολύ σοβαρά προβλήματα έχει το 5-8% των νοικοκυριών. Πιστωτική επέκταση δεν παρατηρείται.
Με λίγα λόγια, η κοινωνική εξέγερση του Ιανουαρίου του 2009 και η πτώση «από τα κάτω» της κυβέρνησης καθόρισε ένα πολιτικό πλαίσιο δεσμεύσεων για την Ισλανδική κυβέρνηση στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, έτσι ώστε το πρόγραμμα να επιχειρεί μια δημοσιονομική προσαρμογή που σέβεται κάποια κοινωνικά δικαιώματα σε ένα παραδεδομένο περιβάλλον υποτιμημένης εργασίας: όσο η κοινωνική και πολιτική μνήμη της εξέγερσης παραμένει ζωντανή.

Αυγή, 2011.12.09 Στήλη Συναντήσεις
Ανεπτυγμένη εκδοχή του παρόντος προσεχώς στο rednotebook.gr.