Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Θέσεις για τον τρόπο παράγωγης των οικονομικών γεγονότων στην τρέχουσα συγκυρία

Κείμενο το οποίο δημοσιέυτηκε στο περιοδικό της Νεολαίας Συνασπισμού, ΕΝΕΔΡΑ το Μάρτιο του 2010


Θέσεις για τον τρόπο παράγωγης των οικονομικών γεγονότων στην τρέχουσα συγκυρία

Για την αντικειμενικότητα και το ρεαλισμό των πολιτικών που πηγάζουν με αναφορά στους αριθμούς του χρέους και των ελλειμμάτων ή πιο συνοπτικά ενάντια στην εθνική συναίνεση για πολιτικές εις βάρος του κόσμου της εργασίας.

Θέση 1 (για την αντικειμενικότητα των αριθμών και των συμπερασμάτων που τους επικαλούνται)
Την επικαιρότητα την έχουν κατακλύσει κάποιοι αριθμοί. Το χρέος, το έλλειμμα, οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου κλπ. Αυτοί οι αριθμοί χρησιμοποιούνται ως αντικειμενικά στοιχεία ώστε να πειστούμε ότι πρέπει να ακολουθηθεί η τάδε ή άλλη πολιτική. Συγκεκριμένα η παράθεσή τους υποβάλλει την αντίληψη ότι αντικειμενικά η θέση της χώρας είναι δεινή, θέση η οποία διορθώνεται μόνο αν σκύψουμε σε αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα και λύσουμε το ζήτημα των οικονομικών του κράτους: να περικόψουμε δαπάνες, να αυξήσουμε έσοδα, να μειώσουμε τους μισθούς, να ιδιωτικοποιήσουμε το τάδε ή το δείνα.
Ως αριστεροί το πρώτο το οποίο πρέπει να επερωτήσουμε είναι το κατά πόσο αυτή η επίκληση της μαγείας των αριθμών που ως στόχο έχει την εθελούσια συμφωνία όλων στην ύπαρξη μόνο μίας λύσης, (αυτή που προστάζουν οι ευρωπαίοι επίτροποι, οι εταιρείες πιστωτικής αξιολόγησης, οι αναλύσεις των τραπεζών και βρίσκουν τη συναίνεση της κυβέρνησης), συνιστά όντως κάτι αναπόδραστο. Ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά να υποταγούμε σε μία πολιτική, αν όχι σε μία κυβέρνηση, εθνικής σωτηρίας που θα αναλάβει να εκτελέσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα το οποίο προκύπτει από απλά μαθηματικά, τεχνικά θέματα τα οποία δεν έχουν σχέση με πολιτική, ταξικά συμφέροντα και άλλα συναφή, και αποτελεί την αναγκαία συνθήκη ώστε να μη χρεοκοπήσουμε ως χώρα.

Δύο βασικές σκέψεις για το σχηματισμό της επερώτησης.

Αυτοί οι αριθμοί, χρέος κλπ., δεν είναι απλοί αριθμοί από πολλές απόψεις.
Πρώτον, Αυτοί ως αριθμοί δεν είναι ίδιας «υφής» με άλλους αριθμούς. 100 βαθμοί Κελσίου σημαίνουν ότι βράζει το νερό (συν-πλην για διάφορους τύπους νερού), παθαίνεις έγκαυμα αν πέσει επάνω σου κλπ. Το χρέος και οι συν αυτώ αριθμοί που μας κατακλύζουν δεν έχει να κάνει με τίποτα από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει κανένας οικονομικός νόμος που να λέει ότι 40%, 60% ή 120% χρέος δημιουργεί μία καθορισμένη αλυσίδα αποτελεσμάτων για την οικονομία.
(Παράδειγμα: Η Ισπανία έχει 60% χρέος και αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα σε σχέση με το ενδεχόμενο χρεοκοπίας, εμείς 130%, η Ιαπωνία 200% και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα).
Δεύτερον, αυτοί οι αριθμοί δείχνουν, ατελώς, τη συγκεκριμένη διάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. πχ. 4% δαπάνες για την παιδεία δείχνει κάτι για τον τρόπο με τον οποίο έχει φτιαχτεί η ηγεμονική πολιτική διαχείρισης της ελληνικής κοινωνίας. Επομένως δεν είναι ουδέτεροι αριθμοί. Έχουν να κάνουν με συγκεκριμένα διακυβεύματα των μορφών που παίρνουν οι ταξικές συγκρούσεις στη χώρα. Προχωρώντας λίγο παρακάτω αυτή τη σκέψη, η επίκληση των αριθμών έχει να κάνει με τη επιχείρηση συγκρότησης μίας ηγεμονικής πολιτικής για τη διαχείριση της κρίσης. Παράδειγμα: το να πούμε ότι το έλλειμμα, 12% είναι υψηλό, και με τόσο έλλειμμα αν δεν παρθούν μέτρα λιτότητας για τη μείωσή του οδεύουμε προς την καταστροφή είναι απλά μαγική σκέψη που επιδιώκει δια της παράθεσης μεγάλων αριθμών να μας πείσει ότι κάτι πρέπει να γίνει. Σαν σκέψη δεν συνιστά παρά ένα απλό τρόπο λειτουργίας της ιδεολογίας: την έγκληση/υποταγή σε μία συγκεκριμένη πράξη μέσω της επίκλησης ενός πράγματος που φαίνεται αυτονόητο και μη-αμφισβητήσιμο: Σε κάθε οικογένεια αν εισπράττεις 100 και δαπανάς 112 πάς για φούντο.
Όμως αυτή η σκέψη είναι άκυρη όχι μόνο με μαρξιστικά οικονομικά αλλά με στοιχειώδη οικονομικά πρωτοετών φοιτητών. 1) Όταν παρουσιάζει ύφεση η οικονομική ανάπτυξη τότε έχεις μεγαλύτερες δαπάνες ως κράτος (πχ. επιδόματα ανεργίας ή τα λεφτά που δόθηκαν πέρυσι στις τράπεζες) και λιγότερα έσοδα (επειδή παρουσιάζουν κάμψη τα κέρδη, έχεις λιγότερα έσοδα από φόρους). Επομένως όταν είσαι σε ύφεση, όπως σήμερα, είναι αναμενόμενο να έχεις υψηλό έλλειμμα, όπως έχουν όλα τα κράτη του κόσμου αυτή τη στιγμή. 2) Το έλλειμμα δεν είναι κακό. Σε περιόδους ύφεσης, από τη κρίση του 1929 και μετά ο μόνος τρόπος να περιορίσει ένα κράτος τις συνέπειες μία κρίσης που εξελίσσεται είναι η αύξηση των ελλειμμάτων. Δηλαδή αύξηση των δαπανών για να δημιουργηθούν «δουλειές». Επομένως, αυξημένες δαπάνες, λιγότερα έσοδα = αύξηση ελλειμμάτων. Που βρίσκεις τα λεφτά για δαπάνες; δανείζεσαι. Άρα αυξάνει το χρέος. Επομένως αυτό που στοχοποιείται σήμερα, με την τρομοκρατία των αριθμών του χρέους και των ελλειμμάτων είναι ακριβώς η ικανότητα του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί την ύφεση με ένα επωφελή τρόπο για την απασχόληση, περιορίζοντας την ανεργία. Ερώτημα: Γιατί στοχοποιείται η ικανότητα του κράτους να διαχειριστεί την ύφεση με ένα τρόπο που θα είναι επωφελής για τα συμφέροντα των πολλών; απάντηση στη συνέχεια. 3) Το 12% που κουνάνε σαν σημαία οι επίτροποι και οι φυλλάδες λέγοντας ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις για πολύ ακόμη να έχεις ένα τέτοιο έλλειμμα συνιστά ένα «ψέμα». Επειδή αν δεν υπήρχε η κρίση θα είχες έλλειμμα μικρότερο το οποίο δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα. Όπως δεν δημιούργησε πρόβλημα ότι για 25 χρόνια το ελληνικό κράτος όπως και πολλά άλλα κράτη του κόσμου είχε έλλειμμα της τάξης του 3-5%. Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτή η κατάσταση, βγαίνοντας από τη κρίση, δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί για άλλα 25 χρόνια ακόμη, όπως γινότανε άλλωστε. Ερώτημα: Γιατί εμφανίζεται ως αντικειμενικό πρόβλημα μία κατάσταση η οποία δεν συνιστούσε πρόβλημα για 25 χρόνια τώρα;
Σίγουρα όχι πάνω στη βάση των αριθμών αλλά με κάποιες δεύτερες σκέψεις, κάποιες συμπληρωματικές υποθέσεις γύρω από το τι πρέπει να γίνει. Δηλαδή με άλλα λόγια αυτό που συμβαίνει με το τρέηλερ των αριθμών συνίσταται στο με ποιο τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι αριθμοί ώστε να συγκροτηθεί μία συγκεκριμένη πολιτική ως ηγεμονική πολιτική διαχείρισης/διεξόδου από την κρίση.

Δύο τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν επομένως:
1) Γιατί εμφανίζεται ως αντικειμενικό, έχοντας υπόσταση φυσικού νόμου κάτι το οποίο δεν έχει τέτοια υπόσταση; με ποιόν τρόπο παράγονται οι αντικειμενικότητες που μοστράρουν πρωτοσέλιδα;
2) ποιες είναι προτάσεις της αριστεράς και τη αντικειμενικότητα/ρεαλισμό έχουν;

Για να καταλάβουμε τον τρόπο που σχηματίζεται το τι συνιστά αντικειμενικό και τον τρόπο με τον οποίο παράγονται τα οικονομικά γεγονότα τα οποία ζήσαμε, ζούμε και τα οποία θα εμφανιστούν στο άμεσο μέλλον μπροστά μας πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας μία έννοια και τρείς – τέσσερις παράγοντες οι οποίοι δρουν για να παράγουν το τι πρέπει να θεωρηθεί αντικειμενικό και τι ουτοπικό ή μη-ρεαλιστικό. Αυτά αναπτύσσουμε στη συνέχεια.

Θέση 2 (μια θεμελιώδης έννοια για το σχηματισμό της εμπειρίας μας)
Το χρέος είναι μορφή Πίστης και προβλήματα υπάρχουν όταν δεν υπάρχει Πίστη. Δηλαδή εμπιστοσύνη στη μελλοντική κερδοφορία και στη δυνατότητα το χρέος να είναι ‘παραγωγικό’ για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Με άλλα λόγια σε δανείζουν αν πιστεύουν ότι έχεις ένα σχέδιο κερδοφόρο από τη σκοπιά της αναπαραγωγής. Δεν σε δανείζουν όταν δεν υπάρχει τέτοια εμπιστοσύνη. Στην πιο απλή μορφή σε δανείζουν όταν υπάρχει εμπιστοσύνη ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω με ένα ικανοποιητικό τόκο.
Οι δανειστές (τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αγοράζουν τίτλους χρέους όπως τα ομόλογα) προεξοφλούν σήμερα το κατά πόσο η τάδε επιχείρηση θα παράγει κέρδη στο μέλλον και στη βάση αυτή τη δανείζουν. Με ένα τρόπο κάτι παρόμοιο γίνεται και με τα κράτη. Οι δανειστές προεξοφλούν κατά πόσο οι οικονομικές πολιτικές των κρατών είναι συμβατές με τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως την καταλαβαίνουν οι ίδιοι, και αν κρίνουν ότι οι οικονομικές πολιτικές υπόσχονται ‘κανονική’ λειτουργία και εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επομένως και της δυνατότητα να λαμβάνουν οι ίδιοι κανονικά την αποπληρωμή του, τότε προχωρούν στο δανεισμό με καλούς όρους (π.χ. χαμηλό επιτόκιο) ή με χειρότερους όρους (πιο υψηλά επιτόκια) αν διάφοροι παράγοντες σκιάζουν την ‘κανονική/ομαλή’ εξυπηρέτηση του στόχου διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ή και δεν προχωρούν καθόλου σε δανεισμό (π.χ η Βενεζουέλα λόγω πολιτικών Τσάβες δεν κρίνεται και πολύ σόι σαν τόπος παραθερισμού δανείσιμων κεφαλαίων) {Εδώ ίσως χρειάζεται το καταπληκτικό απόσπασμα του Μαρξ από Τρίτο Τόμο}.

Μία έκφραση, η οποία δεν μπορεί να αιτιολογηθεί πλήρως εδώ, συνοψίζει τη νεοφιλελεύθερη μορφή με την οποία οργανώνεται η Πίστη. Αποτελεί ένα μηχανισμό  πειθάρχησης των επιχειρήσεων και των κρατών στις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού επειδή αποτελεί ένα μηχανισμό αναπαράστασης της κίνησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια ο πιο βασικός παράγοντας που διαμορφώνει την παραγωγή των οικονομικών γεγονότων και τα σύνορα του τι συνιστά αντικειμενικό/εφικτό είναι ο τρόπος λειτουργίας της Πίστης. Μία δυναμική κατάσταση, με την έννοια ότι σήμερα λαμβάνονται υπόψη και προσδιορίζουν τις σημερινές συμπεριφορές και αποφάσεις, μελλοντικές καταστάσεις οι οποίες εκτιμάται ότι θα προκύψουν.
Αυτός είναι ο θεμέλιος λόγος για τον οποίο – παρά του ότι όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε σήμερα να αποπληρώνει ομαλά το χρέος του (αν δεν αλλάξουν πολύ δραματικά τα πράγματα στη διεθνή οικονομία) – σχηματίζεται αυτό το σκηνικό πανικού. Για να καταλάβουμε, ωστόσο, γιατί συνιστά θεμέλιο λόγο και πώς λειτουργεί το πράγμα απαιτείται να έρθουν επί σκηνής κάποιοι παράγοντες ακόμη και αυτό αποδεικνύεται από το παρακάτω παράδειγμα που δείχνει ότι δεν είναι οι αγορές ο καθοριστικός παράγοντας αν και θεμέλιος.

Θέση 3 (για την απόδειξη πώς ό,τι εμφανίζεται δεν έχει την αντικειμενικότητα ενός φυσικού νόμου και εισαγωγή του πρώτου παράγοντα)

Όταν προηγουμένως αναφερθήκαμε στη Πίστη, εισάγαμε επίσης ένα πρώτο παράγοντα: τις τράπεζες ελληνικές και διεθνείς και γενικότερα ό,τι ονομάζουμε διεθνείς αγορές τίτλων χρέους (ομολόγων). Αυτές δανείζουν το ελληνικό κράτος κατά τακτά χρονικά διαστήματα, σε αυτές διαμορφώνεται το πόσο μεγάλο ή μικρό θα είναι το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνεται και από αυτές. Πολλές φορές σε αυτές, τους κερδοσκόπους, πέφτει το μεγάλο ανάθεμα σήμερα για την κατάσταση χρεωκοπίας που διαμορφώνεται. Το επιχείρημα σερβίρεται ως εξής: δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο πέραν απ’ ότι μας ζητάνε οι διεθνείς αγορές γιατί διαφορετικά δεν θα μας δανείσουν. Και αυτό που μας ζητάνε είναι υγιής προϋπολογισμός, επομένως μονόδρομος.
Ωστόσο, παρόμοιο σκηνικό τρόμου γύρω από το χρέος είχε διαμορφωθεί πέρυσι το Φεβρουάριο. Και ξαφνικά αυτό χάθηκε από τον ορίζοντα για να επανέλθει φέτος το Νοέμβρη. Η απάντηση του γιατί χάθηκε είναι πολύ απλή αλλά και πολύ διαφωτιστική για το πώς στήνεται το παιχνίδι. Άρκεσε μία δήλωση ενός Γερμανού εκπροσώπου της Κεντρικής τράπεζας {όνομα, ημερομηνία}, ότι δεν θα αφεθεί καμία χώρα της Ευρώπης να διακινδυνεύσει λόγω της αύξησης των χρεών αλλά θα υπάρξει μηχανισμός συνδρομής. Αμέσως μετά, τα πασίγνωστα πλέον spread, τα οποία είχαν εκτιναχθεί χαμήλωσαν και επανήλθε νηνεμία. Να υπογραμμίσουμε ότι αυτό το γεγονός δείχνει ότι οι αριθμοί δεν είναι σημαντικοί αυτοί καθ’ εαυτοί αλλά ‘άλλα πράγματα’, εν προκειμένω μία δήλωση ενός θεσμικού αξιωματούχου της ΕΕ. Επομένως ο καθοριστικός παράγοντας για το σημερινό σκηνικό δεν είναι οι αγορές – να μη ξεχνάμε ότι αυτές συντίθενται και από ελληνικά κεφάλαια, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, μεμονωμένους κεφαλαιούχους κλπ. – δεν είναι οι κερδοσκόποι όπως λέγονται, ακόμη και από εμάς πολλές φορές. Αλλά ο συνδυασμός αυτών μαζί με παράγοντες εκτός αγορών οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τον ορίζοντα των προσδοκιών τους, με άλλα λόγια, να διαμορφώσουν το πλαίσιο μέσω του οποίου ασκούν τη καταστατική λειτουργία τους: να προεξοφλούν και μέσω αυτής να υλοποιούν ένα μηχανισμό πειθάρχησης (εθελούσιας υπαγωγής) στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Θέση 4. (Η πολιτική της ΕΕ, ο καθοριστικός παράγοντας και ο «δρόμος για την κόλαση»)

Δεύτερος παράγοντας, ο πιο σημαντικός, ίσως για τη διαμόρφωση του σκηνικού επαπειλούμενης χρεωκοπίας και για τις αποφάσεις των «αγορών» απέναντι στο ελληνικό κράτος: η πολιτική που έχει χαράξει η ΕΕ σε σχέση με την αντιμετώπιση της κρίσης.
Από την περασμένη άνοιξη, πριν τη σύνοδο των G-20, ερρίφθη ο κύβος για το είδος της διαχείρισης της κρίσης στην Ευρώπη. Η Ευρώπη δίνει την απάντηση του Χ. Χούβερ στην κρίση του ’29 στις ΗΠΑ: πάνω απ’ όλα οι υγιείς προϋπολογισμοί, με κύριο εκφραστή τη Γερμανία. Μία απάντηση που συνεπικουρείται από το πνεύμα της συνθήκης των Βερσαλλιών: ο χαμένος πληρώνει τους υπόλοιπους. Στην πιο σημαντική ερώτηση που αφορά τη παγκόσμια κοινότητα, ποια είναι η κατάλληλη πολιτική για την έξοδο από τη κρίση, η απάντηση της Ευρώπης εκφράστηκε μέσω της ρήσης του Topolanek, Τσέχου προεδρεύοντος τότε της ΕΕ {ημερομηνία}: κάθε αύξηση των δαπανών για να τιθασευτεί η ανεργία συνιστά δρόμο για την κόλαση.
Ερώτημα: γιατί δίνει αυτή την απάντηση η ΕΕ;
Επειδή η κρίση αυξάνει αναγκαστικά τις δημόσιες δαπάνες, όπως αναφέραμε προηγουμένως, και συνακόλουθα, επίσης αναγκαστικά, το χρέος και τα ελλείμματα. Πέραν της πίεσης που ασκεί αυτή η αύξηση στα επιτόκια (μια οιονεί λαϊκή ρήση: όσο περισσότερο ανάγκη έχει κανείς για χρήμα τόσο υψηλότερο επιτόκιο του χρεώνουν), χωρίς να υπολογίσουμε τις απώλειες των δημοσίων και ιδιωτικών ασφαλιστικών ταμείων από τα χρηματιστήρια που τοποθετούνταν – όπως επιτάσσει η χρηστή και ηθικά νεοφιλελεύθερη διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων – και τις οποίες κάποιος θα πρέπει να καλύψει τελικά, η αύξηση του χρέους έθεσε ένα άλλης τάξης δίλλημα στις ευρωπαϊκές ιθύνουσες τάξεις:
ή θα προβούν για την αντιμετώπιση της κρίσης σε ευρύτατες παρεμβάσεις που θα έθεταν σε έμπρακτη αμφισβήτηση το τρέχον υπόδειγμα συγκρότησης της Ευρώπης και τις ταξικές συμμαχίες που αντιπροσωπεύονται σε αυτό ή θα επέμεναν, αρτηριοσκληρωτικά κάπως, σε αυτό (πολιτικές όπως συλλογικός μηχανισμός αντιμετώπισης της κρίσης; ευρωομόλογο; δανεισμός των κρατών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; δημοσιονομικές πολιτικές που στοχεύουν στην απασχόληση πανευρωπαϊκά αποτελούν πολιτικές οι οποίες ακυρώνουν το Σύμφωνο Σταθερότητας και απαιτούν άλλο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα).
Με άλλα λόγια το δίλημμα που τέθηκε από την κρίση ήταν και είναι ακόμη: ή ο νεοφιλελευθερισμός θα πάψει πλέον να είναι ηγεμονική πολιτική στη Ευρώπη επειδή η κρίση «απαιτεί» κευνσιανού τύπου πολιτικές (αυξημένες δαπάνες) και συλλογικό μηχανισμό αντιμετώπισης ή ενάντια σε κάθε λογική προστασίας των δικαιωμάτων σε αξιοπρεπή ζωή των πολλών θα επιχειρηθεί να επιβιώσει[1].
Η απόφαση της Commission, την περασμένη άνοιξη {αριθμός απόφασης} είναι σαφής ως προς την απάντηση στο δίλημμα, χωρίς και πολύ μεγάλο προβληματισμό. Όλοι θυμόμαστε το μέγα Σαρκοζί, και την αγγελική Μέρκελ να κατακεραυνώνει την αναλγησία του νεοφιλελευθερισμού και του άκρατου καπιταλισμού, συνυπογράφοντας ταυτόχρονα σε ότι πιο ακραία νεοφιλελεύθερο έχει υπάρξει από την εποχή του Χούβερ για την αντιμετώπιση μίας κρίσης: Η κρίση αποτελεί ευκαιρία να επιτευχθούν με γρήγορους ρυθμούς αλλαγές στα εργασιακά, περισσότερη ελαστικοποίηση της εργασίας, στα ασφαλιστικά συστήματα, στην υγεία, στην παιδεία με ευρύτερη εκχώρηση αρμοδιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα. Αποτελεί ευκαιρία προφανώς, επειδή η κρίση αδυνατίζει, μέσω του χρέους και των ελλειμμάτων, τα δημόσια οικονομικά και υπό την σιδηρά απειλή των αριθμών του χρέους και των ελλειμμάτων οι όποιες φωνές αμφισβήτησης αντιμετωπίζουν περισσότερες πιθανότητες να καμφθούν. Φυσικά, αν και μη-ομολογούμενο, αποδιαρθρώνει επίσης την ισχύ των μισθωτών που φέρνει η απειλή της ανεργίας και η μείωση των εισοδημάτων.
Η απάντηση στο δίλημμα έχει το χαρακτήρα ενός στοιχήματος: να μετατραπεί η αποτυχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, που παρήγαγε μία παγκόσμια κρίση, σε κινητήριο δύναμη εμβάθυνσής του.
Για να κερδηθεί το στοίχημα, όμως πρέπει να υπάρξει ένας μηχανισμός συμμόρφωσης: οι συνέπειες της κρίσης μπορούν να συντείνουν στην οργάνωση σε κάθε κράτος αμφισβήτησης αυτής της πολιτικής οι οποίες να υπερβαίνουν τις ικανότητες διαχείρισης του τοπικού συλλογικού κεφαλαιοκράτη ή να δημιουργήσουν, στο βαθμό που πλήττονται αρκετά κράτη-μέλη, δυναμικές αμφισβήτησης της τρέχουσας μορφής συγκρότησης της Ευρώπης. Αυτός ο μηχανισμός δοκιμάζεται στην περίπτωση της Ελλάδας: η Ευρώπη θα συμπαρασταθεί σε ένα κράτος υπό τον όρο ότι θα ακολουθήσει τους κανόνες υγιούς προϋπολογισμού. Σε διαφορετική περίπτωση δεν υπάρχει καμία εγγύηση. Δηλαδή, θέτει από το εξωτερικό κάθε κράτους ένα σιδηρούν κανόνα στο «λαό» του κράτους.  Το «υπό τον όρο ότι…» αποτελεί ένα μηχανισμό έκθεσης των κρατών στην απειλή πτώχευσης με στόχο την εθελούσια στοίχιση στις πειθαρχίες του υγιούς νεοφιλελευθέρου υποδείγματος. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αυτό. Η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, ή και ίδια η Γαλλία ακόμη αποτελούν χώρες που τους αφορά αυτός ο μηχανισμός.
Με βάση το προηγούμενο μπορούμε να καταλάβουμε και την ένταση των δηλώσεων για την περίπτωση της Ελλάδας που έχει κατακλύσει το διεθνή τύπο και η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή ως εξής: η εμμονή σε αυτήν την πολιτική της ΕΕ απαιτεί ως όρο επικύρωσης να εφαρμοστεί ώστε να στοιχίσει όλους τους αμφισβητίες πίσω από κάποια τετελεσμένα (έτσι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την επιμονή της Γερμανίας και των συμμάχων της στην παραγωγή δηλώσεων αλλά και των κεντρικών τραπεζιτών που συνθέτουν την ΕΚΤ για την περίπτωση της Ελλάδας).
Προσωρινό συμπέρασμα: οι αγορές ασκούν τη λειτουργία τους ως μηχανισμός πειθάρχησης της ελληνικής οικονομίας με το συγκεκριμένο τρόπο που βιώνουμε επειδή η πολιτική της ΕΕ συνίσταται στην εμπέδωση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος δια της έκθεσης των χωρών-μελών σε αυτόν το μηχανισμό πειθάρχησης.


Ένας πιθανός αδύναμος κρίκος

Από τη σκουριασμένη γραφειοκρατία και το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης, που αφού καταδίκασαν το νεοφιλελευθερισμό made in USA με παράτες γίνονται οι ιεραπόστολοι του «μόνου γνήσιου» νεοφιλελευθερισμού, με «ανθρώπινο» πρόσωπο όταν απαιτείται, λίγα έχουμε να περιμένουμε για μια κοινωνία αλληλεγγύης. Ο εκβιασμός που ασκείται για να κρατηθεί το όραμα Europe LTD ζωντανό, το στοίχημα της Ευρώπης, εξαρτάται τόσο από το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης – δηλαδή από την ελπίδα της ΕΕ ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα μπορέσουν να αποδειχθούν μηχανές εξόδου από την κρίση χωρίς η ίδια να κάνει σχεδόν τίποτα – όσο και από τις αντοχές των «λαών» της Ευρώπης. Πόσες χρεωκοπίες κρατών, ανεργία, προγράμματα λιτότητας, πτώση εισοδημάτων φτώχεια και απώλειες ασφαλιστικών ταμείων μπορεί να αντέξει , «στο δρόμο για την κόλαση» που διανοίγει;.

Εδώ φαίνεται πόσο σημαντική ήταν η αμφισβήτηση του συμφώνου Σταθερότητας από πλευράς ΣΥΝ, η συζήτηση για ευρωομόλογο ή απ’ ευθείας δανεισμό αλλά και η μη-αμφισβήτηση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ και η άρνησή του να υποστηρίξει τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Και μάλιστα είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις που μία πολιτική ‘επαληθεύεται’-ΣΥΡΙΖΑ ή ‘διαψεύδεται’-ΠΑΣΟΚ μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο


Θέση 5 (Δεν υπάρχει καμία σύγκρουση εχθρών της Ελλάδας και υπερήφανα αντιστεκόμενων Ελλήνων. Η σύγκρουση είναι ταξική και όχι μεταξύ εθνικών καπιταλισμών)

Ο αφανής τρίτος παράγοντας ο οποίος διαπλέκεται με όλους τους προηγούμενους (δηλαδή τόσο με τις πολιτικές της ΕΕ και τους ανταγωνισμούς στην ΕΕ, όσο και με τις αγορές χρήματος και χρέους). Αυτός συνίσταται στις ειδικές ανάγκες του ελληνικού κεφαλαίου για νεοφιλελεύθερες αλλαγές. Ανάγκες που βρίσκονται σε συντονισμό με την πολιτική της ΕΕ να χρησιμοποιηθεί η κρίση και η αδυναμία των δημόσιων οικονομικών λόγω κρίσης ώστε να επιταχυνθούν αλλαγές στο δημόσιο χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος, στην υγεία στην παιδεία και στις εργασιακές σχέσεις. Αυτός ο ειδικός παράγοντας έχει σχέση με την πίεση που μπορούν να ασκήσουν οι αγορές, οι θεσμικοί εκπρόσωποι της ΕΕ και της ΕΚΤ (πχ οι δηλώσεις Παπαδήμου ή άλλων αξιωματούχων που συνιστούν σήματα που μεταβάλλουν τις προσδοκίες που διαμορφώνουν οι αγορές) ώστε το πείραμα ενός εκσυγχρονισμού της σοσιαλδημοκρατίας που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ να στοιχηθεί κάτω από τις κυρίαρχες στην ΕΕ επιδιώξεις (Παράδειγμα: οι δηλώσεις Προβόπουλου στη συζήτηση του προϋπολογισμού που έδωσαν το έναυσμα για μία «επίθεση» που οδήγησε σε μία συντηρητικότερη αναδίπλωση του ΠΑΣΟΚ ή οι δηλώσεις του ίδιου κυρίου ώστε να ακυρωθούν διατάξεις του πτωχευτικού νομοσχεδίου που κατέθεσε η Λ. Κατσέλη και τις οποίες δεν ήθελαν οι εγχώριοι τραπεζίτες).

Η δεύτερη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που δικαιώνεται σε λιγότερο από ένα χρόνο είναι αυτή της ανάπτυξης ενός δημόσιου τραπεζικού τομέα, εφόσον και λιγότερο χρέος θα ήταν δυνατό να υπάρξει και θα υπήρχε η δυνατότητα να πιέσεις τα επιτόκια των ομολόγων προς τα κάτω (σε μικρό βαθμό αλλά υπαρκτό) και θα είχες βαθμούς ανεξαρτησίας σε σχέση με το μηχανισμό πειθάρχησης των αγορών.


Θέση 6 (οι πολιτικές που ακολουθούνται συνιστούν ένα αυτοτελή παράγοντα ώστε να παράγονται τίτλοι στα δελτία των 8 επικείμενης χρεοκοπίας)

Τέταρτος παράγοντας τα ίδια τα προγράμματα λιτότητας. Πρέπει να συνυπολογιστούν οι συνέπειες μίας επερχόμενης λιτότητας επ’ αόριστον και των αποτελεσμάτων της ύφεσης. Ένα σχετικά άγνωστο παράδειγμα: οι πολιτικές λιτότητες σε εποχή ύφεσης σημαίνουν ότι πολλά νοικοκυριά θα έχουν δυσκολίες αποπληρωμής των δανείων προς τις τράπεζες. Αυτό το γνωρίζουν οι αγορές από τώρα: ο πιστωτικός οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστωτική αξιολόγηση τίτλων που βασίζονται σε δάνεια ελληνικών τραπεζών επειδή εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι οι πολιτικές λιτότητας που θα ασκηθούν θα προκαλέσουν περισσότερες επισφάλειες στις τράπεζες (θα αυξηθεί, μ’ άλλα λόγια, το ποσοστό των καθυστερήσεων πληρωμής ή αδυναμίας πληρωμής των δανείων) με αποτέλεσμα πίεση στις τράπεζες και μεγαλύτερες δυσκολίες χρηματοδότησης της οικονομίας. Άλλο πιο γνωστό παράδειγμα: οι πολιτικές λιτότητας σημαίνουν πτώση των εισοδημάτων και επομένως πτώση της δυνατότητας το κράτος να έχει έσοδα μέσω των φόρων.
Με άλλα λόγια οι πολιτικές που προτείνονται από τους διεθνείς οίκους και οργανισμούς είναι μεν πολιτικές πτώχευσης των μισθωτών, των συνταξιούχων, της παραγωγής δημόσιων αγαθών κ.τ.λ. για να μπορούν οι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων (έλληνες και ξένοι, σε ένα ποσοστό από 30/70 έως 50/50) να λαμβάνουν κανονικά τις αποπληρωμές του χρέους. Αλλά επίσης είναι και πολιτικές που δεν εγγυώνται ότι δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα την  επιβάρυνση και των όρων δανεισμού και την αυξημένη πιθανότητα αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους στο μέλλον. Οι πολιτικές που προτείνονται ως έξοδος από το φάσμα της χρεοκοπίας είναι πολιτικές που φλερτάρουν μαζί του και αυτό ακυρώνει οποιαδήποτε πειστικότητα από το ρεαλισμό που υποτίθεται ότι κουβαλάνε. Μένει πλέον ως μόνος ρεαλισμός, γυμνός, η εξωτερική απειλή των αγορών που έχει δημιουργηθεί όμως από όλες τις κυβερνήσεις των κρατών της ΕΕ: αν δεν τις ακολουθήσουμε τότε θα μας τιμωρήσουνε.

Θέση 6α (Η συμπεριφορά της αγέλης στις αγορές αποτελεί πάντα ένα παράγοντα)

Πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι η πολιτική που διαμορφώνει η Ευρώπη, έκθεσης των κρατών σε κίνδυνο με στόχο την εθελούσια συμμόρφωση, έχει ομοιότητες με το τεντωμένο σχοινί του σχοινοβάτη: επειδή σε συνάρτηση με τυχαία γεγονότα ενδέχεται τα ατομικά κεφάλαια που κινούνται στις αγορές χρέους να σχηματίσουν αυτοτροφοδοτούμενες πεποιθήσεις ότι δεν πρέπει να εκτεθούν στο δανεισμό της ελλάδας ή άλλης χώρας και να οδηγηθούν σε στοιχισμένες συμπεριφορές άρνησης δανεισμού, ακόμη και να κανείς δεν το επιδιώκει, έτσι ώστε με ένα κύμα πανικού, να δημιουργήσουν καθεστώς χρεοκοπίας.


Θέση 7. Για την πηγή της αντικειμενικότητας των αριθμών
Επομένως, στη βάση αυτών των παραγόντων – χωρίς να υπολογίσουμε τη διεθνή κατάσταση και τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη– ανοίγει ένα χρονικό διάστημα όπου πρέπει να αναμένουμε μία σειρά αντίστοιχων επεισοδίων απειλών χρεοκοπίας που θα στοχεύουν στη λήψη και άλλων μέτρων μέσω μίας συνεχούς διαπραγμάτευσης.
Αλλά επίσης μπορούμε να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα δεν προκύπτει από τους αριθμούς αυτούς καθ’ εαυτούς, αλλά από συγκεκριμένες επιδιώξεις που κινούνται με εικόνισμα τους αριθμούς: των αγορών που κερδίζουν από τα δάνεια με τόκο, των πολιτικών που έχουν επιλέξει οι ιθύνουσες τάξεις στην Ευρώπη, των επιδιώξεων του ελληνικού κεφαλαίου. Επιδιώξεων που καθορίζουν τι οφείλουν να μας λένε οι αριθμοί, οι οποίοι ως γνωστό δεν μιλάνε μόνοι τους. Αυτές οι επιδιώξεις, που ανάγονται στις μορφές που παίρνει η ταξική πάλη που διεξάγει το κεφάλαιο ενάντια στην εργασία σήμερα, συντονίζονται ώστε να παραχθεί ένα αποτέλεσμα: μία πολιτική εις βάρος των από κάτω που εργάζεται από το 1995 και μετά αδιαλείπτως, να μπορέσει να διατηρήσει και να διευρύνει την ηγεμονική της θέση ακόμη και αν, λόγω του ότι ως πολιτική λιτότητας εντείνει την ύφεση, συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάσταση επαπειλούμενης χρεοκοπίας.


Θέση 8. Η Αριστερά ή θα εμμείνει στη κριτική της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ή θα πάψει να είναι αριστερά: δεν μπορεί να υπάρχει εθνική συναίνεση στη διαχείριση της κρίσης.


Ο ρεαλισμός των προτάσεών μας δεν εξαρτάται κυρίως από την αρτιότητά τους ούτε από το πόσο εύκολα φαίνονται εφαρμόσιμοι. Εξαρτάται από τις κοινωνικές συμμαχίες και τα κινήματα που τις στηρίζουν.
Η πρόταση μας για ένα δημόσιο πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα, που θα λειτουργεί με άλλο τρόπο ήταν απόλυτα ρεαλιστική όταν διατυπώθηκε: αντίστοιχες προτάσεις συζητούνταν σοβαρά σε διεθνές επίπεδο ενώ υπήρχαν εκ των πραγμάτων εθνικοποιήσεις τραπεζών. Ήταν δυνατό ακόμη να εξαγοραστούν μεγάλες ελληνικές τράπεζες με λιγότερα χρήματα από όσα δόθηκαν για τη στήριξή τους από την κυβέρνηση Καραμανλή. Αυτό που δεν υπήρχε ήταν ο συσχετισμός δυνάμεων να επιβληθούν, ούτε στις ΗΠΑ που η συζήτηση είχε την περισσότερη ένταση και τον πιο ισχυρό συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της εθνικοποίησης των τραπεζών ούτε στην Ευρώπη που ήταν σχεδόν συντριπτική η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων απόψεων, παρά τις εθνικοποιήσεις τραπεζών στις οποίες προχώρησαν διάφορα κράτη. Τώρα που απομακρυνόμαστε από την πρώτη στιγμή της κρίσης, που έχει επιλεγεί η διατήρηση με λίφτινγκ της αρχιτεκτονικής του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που γέννησε την κρίση φαίνεται σχεδόν ουτοπική.
Η πρόταση για αμφισβήτηση του Συμφώνου Σταθερότητας ήταν απόλυτα ρεαλιστική παρά τις διαμαρτυρίες τύπων σαν τον Μπεγλίτη. Έμπρακτα έχει καταργηθεί σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και η ανάγκη αντικατάστασής του αποτελεί μία ιδέα που διευρύνει την επιρροή της.
Ο μόνος ρεαλισμός που μπορεί να ακολουθήσει η αριστερά είναι η υπεράσπιση και η εκπροσώπηση των συμφερόντων των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονταν από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική πριν και αποτελούν και στόχους των σημερινών σχεδίων εθνικής σωτηρίας. Παράλληλα πρέπει να δημιουργήσει συμμαχίες με τα κινήματα που αποτελούν φορείς ιδεών που έρχονται σε ρήξη με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει ότι θα δημιουργήσει συσχετισμούς οι οποίοι αυτό που φαίνεται ουτοπικό και ανεφάρμοστο, όπως άλλωστε φαίνονταν και οι πολιτικές τύπου Ρούζβελτ πριν επιβληθούν ή οι πολιτικές όλων των ρήξεων και των επαναστάσεων πριν καταφέρουν να αποκτήσουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς που τους επέτρεπαν να εκδιπλωθούν.
Η μόνη ρεαλιστική πολιτική είναι αυτή που οι ανάγκες αποκτούν την πρωτοκαθεδρία πάνω στα κέρδη και στην εμπορευματική λογική, Αυτή που αξιοποιεί την κοινωνική αλληλεγγύη ως βασικό εργαλείο πολιτικής και οδηγό δράσης που επιβάλλεται στην οικονομική διάσταση των λύσεων, ενώ παράλληλα προβάλλει την αναγκαιότητα του κοινωνικού ελέγχου φέρνοντας την πολιτική των μαζών στο προσκήνιο.



[1] παράδειγμα συνοπτικό για το πώς η θετική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα αδυνατίζει τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και δημιουργεί όρους αμφισβήτησής της: η έκδοση ευρωομολόγου, δηλαδή να δανείζεται κάθε κράτος με την εγγύηση συνολικά της ΕΕ αδυνατίζει την πίεση των αγορών ομολόγων πάνω σε κάθε κράτος χωριστά και συγχρόνως επιβαρύνει κράτη όπως η Γερμανία τα οποία πληρώνουν χαμηλότερο επιτόκιο από αυτό που θα διαμορφωνόταν με την έκδοση του ευρωομόλογου. Μέσω ευρωομολόγου κάθε κράτος θα είχε περισσότερους βαθμούς ελευθερίας να δανείζεται στη βάση των αναγκών αντιμετώπισης της ύφεσης χωρίς να μπορούν οι οίκοι αξιολόγησης να υποβαθμίζουν τη πιστοληπτική του ικανότητα επειδή ο προϋπολογισμός του είναι ελλειμματικός και οι αγορές να αντιδρούν ανεβάζοντας τα επιτόκια που χρεώνουν ή απειλώντας με μη-δανεισμό. Μία τέτοια κατάσταση είναι προφανές ότι αδυνατίζει ένα βασικό μηχανισμό εμπέδωσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος που διαθέτει η ΕΕ: τα κράτη δεν θα μπορούσαν να επικαλούνται τους άτεγκτους κανόνες των αγορών για να απωθήσουν την αντιπροσώπευση κάποιων συμφερόντων των υποτελών τάξεων. Η παραβίαση των ελλειμμάτων θα έθετε σε αμφισβήτηση το Σύμφωνο Σταθερότητας και θα έπρεπε να υπάρχουν άλλοι θεσμικοί μηχανισμοί σχέσεων εντός Ευρώπης. Φαίνεται πιο λογικό, απέναντι σε τάσεις και θεσμικές μετατοπίσεις που δεν αναστρέφονται εύκολα – γιατί να μην δράσουν οι κοινωνίες με αντίστοιχο τρόπο επεκτατικών δημοσίων δαπανών και στη διαφαινόμενη κρίση των ασφαλιστικών ταμείων ή του ευρωπαϊκού συστήματος υγείας ή τη χρηματοδότηση της Παιδείας– να υπάρξει ένας κανόνας εθνικής αναδίπλωσης: κάθε χώρα θα αντιμετωπίσει τη κρίση με ίδια μέσα. Επομένως οι χώρες είτε θα συνεχίσουν να υπόκεινται στον έλεγχο και την τυραννία των αγορών για την αξιολόγηση και χρηματοδότηση της πολιτικής τους για να μη γίνουν άφρονες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία κλπ), είτε των περιοριστικών πολιτικών του ΔΝΤ αν χρειαστεί να προσφύγουν σε αυτό. Φαίνεται αδιανόητο μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της Ουγγαρίας να τους πληρώνει η Γερμανία, όπως αδιανόητο είναι και μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της Κρήτης να τους πληρώνει η Αθήνα)
25/03/2010

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Για τη συγκυρία όπως διαμορφώνεται μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής

Για τη συγκυρία όπως διαμορφώνεται μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής


(Αναφέρεται στη Σύνοδο Κορυφής του Φεβρουαρίου 2010)

Σ.Λαπατσιώρας και Γ. Μηλιός

Αυγή, 2010/02/28
http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=526335

Οι αποφάσεις στήριξης κάθε χώρας της Ευρωζώνης για να αποφευχθούν οι συνέπειες μιας κρίσης χρέους, οι οποίες ελήφθησαν στην τελευταία έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, συνιστούν τομή στην πολιτική και οικονομική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί από την περυσινή άνοιξη, όταν αποφασίστηκε ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης στην Ευρώπη.
Συνιστούν τομή επειδή, με όλες τις ασάφειες και τις αντιφάσεις και παρά την εμμονή στην πλέον αρτηριοσκληρωτική μορφή υπεράσπισης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, συνιστούν ένα συμβιβασμό με τις ανάγκες συλλογικής διαχείρισης στην Ευρωζώνη της τρίτης φάσης στην οποία έχει περάσει η κρίση που ξεκίνησε το 2007. Της φάσης όπου το ζήτημα του κρατικού χρέους έχει έρθει στο προσκήνιο.
Αυτές οι αποφάσεις, οι ασάφειες στη διατύπωση, οι διαφορετικές δηλώσεις που παρήχθησαν μαζί με αυτές, δείχνουν τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα σήμερα στην Ευρώπη ως προς τη συγκρότηση της ηγεμονικής πρότασης για τη διαχείριση της κρίσης. Δεν πρέπει να υπερτονίσουμε τη σημασία αυτής της τομής: Πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον τεμνόμενων διαχωριστικών γραμμών που οριοθετούν αποκλίνουσες αλλά όχι ανταγωνιστικές λογικές, οι οποίες μετατοπίζονται καθώς αλλάζει ο κοινωνικοπολιτικός συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους και εξαρτώνται από τους τρόπους με τους οποίους εξελίσσεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των κύριων πόλων του διεθνούς οικονομικού συστήματος.
Ωστόσο συνιστά τομή, η οποία, στο βαθμό που εδραιωθεί ο συσχετισμός στήριξής της, αλλάζει – έχει ήδη αλλάξει – το πολιτικό τοπίο (και) στη χώρα μας. Πλέον το ελληνικό κράτος δεν απειλείται με χρεοκοπία, επομένως έχει αφαιρεθεί το ισχυρότερο όπλο τρομοκρατίας για «εθνική συναίνεση» με στόχο τη «σωτηρία της χώρας». Το περιβάλλον που οδήγησε σε αυτήν την απόφαση μπορεί ως ένα βαθμό να περιγραφεί χωρίς να προσφύγουμε σε οικονομικούς όρους και σε πολύπλοκους συλλογισμούς:
Υπάρχει μία εικόνα από αμερικανικές ταινίες: ένα αυτοκίνητο στη μία άκρη του δρόμου, ένα άλλο στην άλλη άκρη του δρόμου. Ξεκινούν με ταχύτητα το ένα ενάντια στο άλλο. Όποιος στρίψει πρώτος έχασε. Αυτό το παιχνίδι παίζεται όχι μόνο μεταξύ κύκλων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελλάδας αλλά πλέον στο σύνολο των ανταγωνισμών που διέπουν την ΕΕ. Απλά η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έβγαλε το αυτοκίνητο εκτός δρόμου, φοβούμενη μήπως έρθει σε σύγκρουση με τις κοινωνικές συμμαχίες που στηρίζουν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο σε Ελλάδα και Ευρώπη, όπως φάνηκε πολύ γρήγορα και από το νομοσχέδιο για τις τράπεζες.
Οι συσχετισμοί δυνάμεων σήμερα επιβάλλουν όχι τον προσανατολισμό στην κατάθεση μία ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης, αλλά την όσο δυνατόν μεγαλύτερη εκλαΐκευση και ανάδειξη προτάσεων που να αποτελούν κλειδιά και όρους για να οργανωθεί η ρήξη με τον κοινωνικοπολιτικό συνασπισμό εξουσίας.
Όταν σκεφτόμαστε τις πολιτικές προτάσεις που επιτρέπουν να μετατοπίσουμε τον τρέχοντα συσχετισμό δυνάμεων, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ρήξης στην επιχειρούμενη διευρυμένη αναπαραγωγή του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος πρέπει να θυμόμαστε:
α) Ότι η παρούσα κρίση εκδηλώθηκε στην καρδιά αυτού του υποδείγματος: Προέκυψε από τα δομικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η απότομη συστολή της πίστης κατά την πρώτη φάση της κρίσης, επιδρά ακόμη και σήμερα στις διαδικασίες εκκαθάρισης των ατομικών κεφαλαίων, δηλαδή στους ρυθμούς εξόδου από την κρίση. Δυσχεραίνει την αναστήλωση του υποδείγματος που δοκιμάστηκε με την κρίση του 2008.
β) Η κατάρρευση της Lehman Brothers το φθινόπωρο του 2008 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης του τότε υπουργού οικονομικών (και «μάγου» των αγορών) Henry Paulson. Αυτό το γεγονός δείχνει ότι η οικονομία δεν είναι ένα σύστημα που λειτουργεί μηχανικά εκτός πολιτικής και σε ανεξαρτησία με τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν ένα κοινωνικό σχηματισμό. Η παρατήρηση στην τρέχουσα συγκυρία τίθεται πλέον με αυτονόητο τρόπο και υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει η αυτονομία των αγορών αλλά ένας κοινωνικός-πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων που θέτει τους κανόνες δράσης τους. Υπήρξε ένας κλονισμός των γενικών αρχών του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος ρύθμισης των καπιταλιστικών οικονομιών για ένα διάστημα δύο-τριών μηνών μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, αλλά έκτοτε στις γενικές γραμμές του αναστηλώθηκε. Όμως, μία κρίση χρέους η οποία θα έχει τη δυνατότητα να πλήξει τη διαχείριση της κρίσης σε οικονομίες-κλειδιά μπορεί να ξαναθέσει επί τάπητος τις γενικές αρχές του συστήματος, ως πρόβλημα το οποίο απαιτεί λύση.
γ) Οι υφεσιακές πολιτικές, που ακολουθούνται στην Ευρώπη, πλήττουν εκ νέου τον τραπεζικό τομέα. Είτε με τη μορφή αύξησης των επισφαλειών είτε με τη μορφή δυσκολιών χρηματοδότησης στις αγορές χρήματος, λόγω της υπερβολικής έκθεσής τους σε τίτλους κρατικού χρέους –οι οποίοι υποβαθμίζονται από τους οίκους πιστωτικής αξιολόγησης.
Ο συνδυασμός των τριών προηγούμενων σκέψεων υποδεικνύει ότι κομβικά ζητήματα τα οποία πρέπει να τεθούν στη συγκυρία και να διαδοθούν πλατιά ως ιδέες – εγχωρίως και διεθνώς – αρθρώνονται γύρω από την αναγκαιότητα κατάργησης του Συμφώνου Σταθερότητας και γενικότερα την ανάγκη να αλλάξει το σύνολο των Συμφωνιών που οργανώνουν τη σημερινή μορφή της ΕΕ. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτό εδώ. Επισημαίνουμε μόνο ότι στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόταση για ένα δημόσιο πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα που θα λειτουργεί με κριτήρια «δημόσιου συμφέροντος», αλλά και η ιδέα διαγραφής τμήματος του χρέους των κρατών ή γενικότερα μίας επαναδιαπραγμάτευσης των όρων εξυπηρέτησή του: όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά του συνόλου των κρατών της ΕΕ.

Σπύρος Λαπατσιώρας και Γιάννης Μηλιός
Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 2010.02.18

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

ΕΥΡΩΠΗ Παρατεταμένη αμηχανία γεννά παραφροσύνες … και εδώ, γελοιότητες

ΕΥΡΩΠΗ Παρατεταμένη αμηχανία 

γεννά παραφροσύνες … και εδώ, γελοιότητες

 


 Του Σπύρου Λαπατσιώρα

Γύρω μας έχει στηθεί ένα πανηγύρι από δημοσιεύματα τα οποία θα έπρεπε να είναι μονόπρακτα σε σατυρικές επιθεωρήσεις και κωμωδίες. Πληροφορηθήκαμε, για παράδειγμα, αίφνης, ότι η ΕΥΠ, σε συνεργασία με άλλες μυστικές υπηρεσίες, βρίσκεται στο κυνήγι των ξένων κερδοσκόπων.
 
 
Πρόκειται για γελοιότητες ή για απόπειρες εθελούσιας υπαγωγής σε ομαδική παράκρουση. Πρόκειται για δραστηριότητες εταιρειών «νόμιμων» για την υπάρχουσα μορφή λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δραστηριότητες που εξυμνήθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια ότι εκφράζουν «το υγιές πνεύμα των αγορών» το οποίο εξασφαλίζει την ανάπτυξη. Τέλος, για δραστηριότητες τις οποίες νομιμοποίησαν εκ νέου οι κυβερνήσεις όλων των κρατών της Ε.Ε., των ΗΠΑ, του Καναδά…..
Αν εννοούσαν κάτι διαφορετικό και σοβαρό οι κυβερνήσεις που ξαμόλησαν, μέσω των εφημερίδων, τους μυστικούς πράκτορες τότε θα είχαν αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση μεταρρύθμισης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και σε κάθε περίπτωση θα είχαν φροντίσει να πάρουν μέτρα όπως ευρωομόλογο, λαϊκό ομόλογο, οργάνωση δημοσίου τραπεζικού συστήματος και πολλά άλλα.

Οι ελλείποντες μηχανισμοί αλληλεγγύης
Η απόφαση που πάρθηκε στην έκτακτη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. συνιστά μία τομή, η οποία δείχνει ότι το πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι ειδικά οι κερδοσκόποι αλλά οι μηχανισμοί αλληλεγγύης των χωρών της και προφανώς η αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Το ειδικό πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει η ΕΕ ως σύνολο, και το οποίο χαρακτηρίζει τις στοιχίσεις δυνάμεων γύρω από τις πιθανές λύσεις του, είναι ότι μία νομισματική ένωση χωρίς αξιόπιστους μηχανισμούς διακρατικής αλληλεγγύης και χωρίς τη δυνατότητα να ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε περιόδους ύφεσης, συνολικής ή περιφερειακής, αντιμετωπίζει δύο γενικές κατευθύνσεις για τη διαχείριση μίας οικονομικής κρίσης όπως αυτή που εξελίσσεται.
* Πρώτον, να διαλυθεί ως νομισματική ένωση (αν αυτό θα έχει τη μορφή πλήρους αυτονόμησης ή τη μορφή εξόδου μερικών κρατών από αυτή δεν μας αφορά εδώ).
* Δεύτερον, να αντιμετωπίσει κάθε χώρα τις συνέπειες της ύφεσης μόνη της, επιχειρώντας να διαμορφώσει μία εικόνα υγιών προϋπολογισμών για να μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος της και κατά συνέπεια να ακολουθήσει πολιτικές που εντείνουν την ύφεση και το πρόβλημα.
Η σύνοδος αναίρεσε μία από τις προϋποθέσεις του παραπάνω συλλογισμού. Για πρώτη φορά, σε επίσημο επίπεδο, διακηρύχθηκε μίας μορφής αλληλεγγύη. Η διακήρυξη προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ του «συστημικού κινδύνου» (που αντιμετωπίζει η ένωση από μία γενίκευση της κρίσης χρέους σε πολλά κράτη μέλη της Ευρωζώνης) και του «ηθικού κινδύνου» (να δοθεί η δυνατότητα στις κυβερνήσεις να μην εφαρμόσουν ό, τι κρίνεται ως αναγκαίο σύμφωνα με τη λογική του ηγεμονικού μπλοκ στην Ευρώπη, επειδή οι εγχώριοι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί δεν το επιτρέπουν).

Στην αμηχανία προκύπτει και το ΔΝΤ
Αυτή η αναίρεση, προφανώς, υπόκειται στο μεταβαλλόμενο συσχετισμό δυνάμεων και στα πεδία συγκρούσεων και ανταγωνισμών στην Ε.Ε., ωστόσο πρόκειται για ένα βήμα επιβεβλημένο από τη «λογική» των πραγμάτων. Η μνημόνευση του ρόλου του ΔΝΤ στη διακήρυξη του άτυπου Συμβουλίου έχει να κάνει με το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου». Να υπενθυμίσει, δηλαδή, ότι υπάρχει ένας εξωτερικός μηχανισμός ο οποίος μπορεί να κληθεί και ο οποίος δεν υπόκειται στους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται εντός της Ε.Ε.
Ωστόσο, η ίδια η μνημόνευση του ΔΝΤ ανακυκλώνει το πρόβλημα του «συστημικού κινδύνου»: α) το ΔΝΤ δεν κόβει ευρώ, και κάθε χώρα της Ευρωζώνης, που δυνητικά θα προσφύγει σε αυτό, ευρώ χρειάζεται, β) η επίκληση του ΔΝΤ είναι μάλλον αναντίστοιχη με το πρόβλημα, εφόσον οι πολιτικές του ΔΝΤ περικοπής των δαπανών, μείωσης των μισθών, ιδιωτικοποίησης τομέων κρατικής ευθύνης, έχουν ως συμπλήρωμα μία υποτίμηση του νομίσματος, η οποία όμως δεν μπορεί να συμβεί σε κράτος μέλος της Ευρωζώνης και τέλος γ) επειδή οι πολιτικές του ΔΝΤ είναι υφεσιακές, κοινωνικά άδικες και στις περισσότερες περιπτώσεις κρίσεων αναποτελεσματικές σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκουν.
Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι η τομή που συνιστά αυτή η απόφαση ενέχει μία μετάθεση της απάντησης στο δίλλημα μεταξύ «συστημικού» και «ηθικού κινδύνου». Δηλαδή, δείχνει πως ό, τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αμηχανία της Ευρώπης συνεχίζεται. Ωστόσο, πρόκειται για αμηχανία η οποία παράγεται από την αρτηριοσκλήρωση των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού.
Περιμένοντας τη λύση από το εξωτερικό (οι ΗΠΑ και η Κίνα να «τραβήξουν» την έξοδο από την κρίση) το ηγεμονικό μπλοκ εξουσίας επιμένει σε πολιτικές εκτός τόπου και χρόνου μέχρι να έρθει το «φωτεινό μέλλον» στο οποίο μπορεί να υπάρξει όπως υπήρξε - και με καλύτερους όρους. Το «μόνο» πρόβλημα είναι ότι σ’ αυτή τη φαντασίωση εμπλεκόμαστε και εμείς ως αντικείμενα άσκησης αυτών των πολιτικών.
Ακροτελεύτιο: το ζήτημα διαγραφής τμήματος, και γενικότερα επαναδιαπραγμάτευσης, του χρέους των κρατών δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, ούτε μόνο την Ευρώπη ως πολιτική πρόταση.

ΕΠΟΧΗ, Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010 20:50
http://www.epohi.gr/portal/arxeio/4638
 

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ σε άρθρα μου που αφορούν την κρίση

Με τη σειρά την οποία εμφανίστηκαν στα διάφορα έντυπα

Κείμενα

Χρηματοπιστωτική κρίση και «οικονομική ρύθμιση»
Μέρος Πρώτο, Απρίλιος-Ιούνιος 2008
Μέρος Δεύτερο: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2008


Ακρίβεια και πληθωρισμός, Αυγή, 07/06/2008


Η κρίση είναι συστημική. Εποχή, Κυριακή 9/11/2008.
σε
Για τον χαρακτήρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Για όλα φταίει η "κερδοσκοπία";, Αυγή, 16/11/2008


Ο δρόμος για την κόλαση, Αυγή, 29/03/2009
πρόκειται για συντομευμένη μορφή κειμένου 
το οποίο υπάρχει ολόκληρο στο ημιτελές blog


Η κρίση και οι μασκοφόροι του νεοφιλελευθερισμού, Αυγή, Μάιος 2009


Όταν το ΠΑΣΟΚ συνάντησε τον Φουκουγιάμα: όψεις της αναμενόμενης οικονομικής πολιτικής του, Αυγή, 4/10/2009


Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ, Εποχή, Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009


ΕΥΡΩΠΗ: Παρατεταμένη αμηχανία γεννά παραφροσύνες … και εδώ, γελοιότητες, 21 Φεβρουαρίου 2010,


Για τη συγκυρία όπως διαμορφώνεται μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, Αυγή, 28/02/2010


Ο "δρόμος για την κόλαση" είναι ανοιχτός, Αυγή, 28/03/2010


Θέσεις για τον τρόπο παράγωγης των οικονομικών γεγονότων στην τρέχουσα συγκυρία Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ν.ΣΥΝ, Ενέδρα, τον Μάρτιο του 2010


Που θα βρεθούν τα λεφτά; (για πολιτικές υπέρ του κόσμου της εργασίας),
στο περιοδικό του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Δελτίο Θυέλης τον Απρίλιο του 2010
Τι είναι και τι θέλει το ΔΝΤ από τη ζωή μας, Αυγή, 18/04/2010


Είναι αναγκαία τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση για τη «διάσωση της Ελλάδας»;
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού του ΣΥΡΙΖΑ, Μπλόκο, το Μάρτιο του 2010


Μία ρωγμή που διευρύνεται, Αυγή, 16/05/2010


Οι κακές αγορές και ο καλός μηχανισμός στήριξης, Εποχή, 16/05/2010


Αντί να αντιμετωπίζουν τις αιτίες, στοχεύουν στις συνέπειες, Αυγή, 23/05/2010


ΚΡΙΣΗ: Ερωτήματα, μύθοι και ο παραλογισμός ως πρόταση διεξόδου, Καραβάνι, Περιοδικό του Κοινωνικού Στεκιού – Στεκιού Μεταναστών Ιούνιος 2010,


Συζήτηση για την Αναδιάρθρωση χρέους : Τα υπέρ και τα κατά, in.gr, 14/07/2010


ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ. Οι προϋποθέσεις για μια αριστερή πρόταση, Εποχή, 24 Ιούλιος 2010


Το φαντασιακό της αριστεράς και η πρόταση εξόδου από το ευρώ, Αυγή, 18/07/2010


Η Ιρλανδία στο μηχανισμό στήριξης, Αυγή, 23/11/2010 (στήλη Συναντήσεις)
http://spirosla.blogspot.com/2010/11/blog-post_2033.html



Πάνω σε ερωτήματα για τη συγκυρία, εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 29/11/2010

Video


Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Σας «πτωχεύουμε» για να συμμορφωθείτε! Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ


                 Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ

 Σας «πτωχεύουμε» για να συμμορφωθείτε!

 
Συνέντευξη με τον πανεπιστημιακό Σπύρο Λαπατσιώρα
Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός
 
*Έχουν βάση τα περί ενδεχόμενης χρεοκοπίας μιας οικονομίας όπως η ελληνική;
-Με όλα τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία και τις δεδομένες συνθήκες, η χρεοκοπία, στο άμεσα επόμενο διάστημα, συγκεντρώνει σχεδόν μηδενικές πιθανότητες. Το ύψος του χρέους που αναμένεται να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο και τα αναμενόμενα επιτόκια έκδοσης δεν αποκλίνουν, με μη εξυπηρετήσιμο τρόπο, από αυτά της προηγούμενης δεκαετίας.*
Επιπλέον, με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι στη ζώνη του ευρώ, με τις δυνατότητες δανεισμού είτε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είτε από τις αγορές repos (συμφωνίες επαναγοράς των τίτλων) με ελαφρά χειρότερους όρους των ελληνικών εμπορικών τραπεζών, και με τις συγκριτικά υψηλές αποδόσεις των ομολόγων τα οποία εκτίθενται ταυτόχρονα σε σχετικά μικρούς κινδύνους (η ασφάλιση των ελληνικών ομολόγων είναι σχετικά χαμηλή παρά τη διεύρυνση του spread των CDS), δεν υφίσταται το ενδεχόμενο χρεοκοπίας με τον τρόπο με τον οποίο απασχολεί διεθνείς και ειδικά εγχώριες συζητήσεις. Επίσης, είναι αστείες, στις σημερινές συνθήκες, τόσο οι σκέψεις ότι απειλείται από την Ελλάδα το ευρώ ως νόμισμα ή η σταθερότητα του ευρώ άμεσα, όσο και ότι η Ελλάδα έχει καλύτερες προοπτικές εκτός ευρώ (απλά θα έχει την τύχη της Αργεντινής μία μέρα πριν ανακοινώσει την έξοδό της από το ευρώ).

*Γιατί, τότε, όλη αυτή η συζήτηση;
-Συνοπτικά, τα πιο σημαντικά γεγονότα που οδήγησαν στην τρέχουσα συζήτηση είναι τα εξής: α) Το «ξεφόρτωμα» των παλιών ομολόγων, καθώς κλείνει το έτος για να αγοραστούν οι νέες εκδόσεις ομολόγων, που θα έχουν αυξημένες αποδόσεις. Αυτό διεύρυνε τα spread. β) Το «συμβάν Ντουμπάι». γ) Οι ανησυχίες οι σχετικές με το χρόνο απόσυρσης από τα έκτακτα μέτρα χρηματοδότησης των τραπεζών από την ΕΚΤ, δηλαδή για την τύχη της ομαλής λειτουργίας της αλυσίδας κυβέρνηση - τράπεζες - ΕΚΤ. δ) Οι πιστωτικές αξιολογήσεις, οι οποίες, αν και δεν εξαρτώνται από ένα ή δύο παράγοντες, με τη χειροτέρευση των δημοσίων οικονομικών, σχεδόν αυτόματα, «αλλάζουν» επί τα χείρω για τις περισσότερες χώρες. ε) Τέλος - και πιο σημαντικό νομίζω - το σαφές σήμα της ΕΕ που είναι: στηρίζουμε υπό τον όρο ότι θα ακολουθήσετε συγκεκριμένα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Το σημαντικό στοιχείο βρίσκεται στο «υπό τον όρο ότι…» και η επίδραση που είχε αυτό στους ανά τον κόσμο διαχειριστές κεφαλαίων. Ας θυμηθούμε πως τον Φεβρουάριο, όταν είχαν ξανατεθεί αντίστοιχα ζητήματα εξυπηρέτησης χρέους, τότε άρκεσε μία δήλωση στήριξης, χωρίς όρους όμως, του γερμανού υπουργού Οικονομικών για να επιστρέψουν οι ανησυχίες των αγορών πάλι στο «business as usual» της μετά την κρίση εποχή.

*Μήπως κατά ένα μέρος είναι και κατασκεύασμα για λόγους κερδοσκοπίας;
-Έχει επιχειρηματολογηθεί αλλού, μαζί με τον Γ. Μηλιό και τον Δ. Σωτηρόπουλο (Αυγή, Εποχή, Θέσεις αλλά και από άλλους σε άλλες εκδοχές), ότι το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στο διεθνή του χαρακτήρα, συνιστά ένα σύστημα μηχανισμών πειθάρχησης των ατομικών κεφαλαίων και των κρατών στις απαιτήσεις που θέτει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα διευρυμένης αναπαραγωγής. Συνιστά, επίσης, και ένα σύστημα αναπαράστασης της κίνησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Οι συμπεριφορές των ατομικών κεφαλαίων, αλλά και οι αυθόρμητες ή λιγότερο αυθόρμητες ιδεολογίες που προϋποθέτει η συγκεκριμένη λειτουργία αυτού του συνόλου των μηχανισμών, δεν μπορούν να συλληφθούν υπό την κατηγορία της κερδοσκοπίας παρά μόνο με κόστος να μην καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει ή να τον χρησιμοποιούμε με μία πολύ γενική έννοια (κάθε ατομικό κεφάλαιο αναζητά, σκοπεύει το κέρδος).

*Ποιοι παράγοντες επιδρούν στη συμπεριφορά των «ατομικών κεφαλαίων»;
-Υπάρχουν τρία πολύ γενικά στοιχεία (για λόγους συντομίας θέτω εκτός συζήτησης άλλα), τα οποία επιδρούν στη συμπεριφορά των ατομικών κεφαλαίων στις διεθνείς χρηματαγορές (διεθνείς, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν συμπεριλαμβάνονται και ελληνικά κεφάλαια, π.χ., εμπορικών τραπεζών).
Το πρώτο είναι η πολιτική που χάραξε η ΕΕ. Από την περασμένη άνοιξη, πριν τη σύνοδο των G20, ερρίφθη ο κύβος για το είδος της διαχείρισης της κρίσης στην Ευρώπη: ΄Ηταν η απάντηση που έδωσε ο Χούβερ στην κρίση του ’29 στις ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα οι υγιείς προϋπολογισμοί, με κύριο εκφραστή αυτής της στάσης τώρα τη Γερμανία. Πώς παρουσιάστηκε αυτή η πολιτική διαχείρισης; Η απόφαση της Κομισιόν υπονοεί ότι η κρίση είναι ευκαιρία να επιτευχθούν με γρήγορους ρυθμούς αλλαγές στα εργασιακά, στα ασφαλιστικά συστήματα, στην υγεία, στην παιδεία… με όπλο την αδυναμία των δημόσιων οικονομικών. Την κατάσταση αυξημένων αναγκών δανεισμού χωρίς συλλογικό ευρωπαϊκό μηχανισμό δανειοδότησης οι έγκριτοι αναλυτές την παρουσιάζουν, ωστόσο, ως δίλημμα της Ευρώπης. Να συναινέσει στην ανάληψη ενός συστημικού κινδύνου (π.χ., η πτώχευση της Ελλάδας να υπάγει και άλλες χώρες υπό την απειλή πτώχευσης) ή να δημιουργήσει ένα ηθικό κίνδυνο; Διότι η αλληλεγγύη σε κάθε κράτος το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα, εξασθενεί τα κίνητρα κάθε κράτους για υγιείς προϋπολογισμούς, εφόσον θα ξέρουν ότι θα σωθούν. (Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, πώς απαντήθηκε το ίδιο δίλημμα με τις τράπεζες…) Είναι φανερό ότι κάθε ηθικός και υγιής νεοφιλελεύθερος ευρωπαίος πρέπει να μην συναινεί σε ηθικούς κινδύνους που θέτουν τη νεοφιλελεύθερη μορφή της Ευρώπης σε κίνδυνο. Ωστόσο, στο βαθμό που όντως δημιουργούνται αμφισβητήσεις της ορθοδοξίας από τις ανάγκες αυξημένης χρηματοδότησης, για λόγους τουλάχιστον κοινωνικής συνοχής και ισορροπίας στην Ευρώπη, απαιτείται και μία «ρεαλιστική» αντιμετώπιση του ζητήματος, δηλαδή η μέση λύση.

*Και ποια είναι η «μέση λύση» εν προκειμένω;
-Η μέση λύση είναι, η συμπαράσταση υπό τον όρο ότι… Εμφανίζεται να θέτει από το εξωτερικό ένα σιδηρούν κανόνα για το λαό του κράτους. Αποτελεί το δείκτη ενός μηχανισμού επιβολής συμμόρφωσης, μηχανισμού έκθεσης των κρατών στην απειλή πτώχευσης, με στόχο την εθελούσια στοίχιση στις πειθαρχίες του υγιούς νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αυτό. Η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, ή και ίδια η Γαλλία ακόμη αποτελούν χώρες που τους αφορά το σήμα αυτό. Στέλνει, ταυτόχρονα, και ένα σήμα στις αγορές ότι υπάρχουν μηχανισμοί επιβολής συμμόρφωσης στην Ευρώπη και συμβάλλει στη διαμόρφωση του πλαισίου δράσης τους.
Το δεύτερο είναι η τύχη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Υπέστη μία συντριπτική ήττα στις Ευρωεκλογές. Ο Γ. Παπανδρέου με το εξαγγελμένο πρόγραμμά του, διερευνά και τις στρατηγικές αναπροσαρμογές της σοσιαλδημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Η μη-πλήρης υιοθέτηση εκ μέρους της κυβέρνησης Παπανδρέου, ό,τι πιο ακραίου ακούγεται αλλά η υιοθέτηση απλώς του προγράμματος Καραμανλή με κάποιες «βελτιώσεις», ανάλογα με τη συγκυρία. Προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο, προφανώς έχει να κάνει με τους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Ωστόσο, η πολιτική του έχει αποκτήσει διάσταση και αυτή είναι η εκμαίευση από τους μισθωτούς - και όχι μόνο - υπό τον φόβο της πτώχευσης του κράτους, της μακροχρόνιας συμφωνίας τους στην ατομική τους «πτώχευση» (να γίνουμε δηλαδή μίας μορφής Λετονία με ή χωρίς πτώχευση). Συγχρόνως στηρίζεται σε κάποια δεδομένα, με τα οποία θα επιχειρήσει να πείσει τις αγορές. Σημειώνουμε μερικά: α) Οι τράπεζες, μάλλον, θα επιστρέψουν μέσα στο 2010 ένα πακέτο 4 δισ. που έχουν λάβει και το οποίο αντιστοιχεί σε 1,7% του ΑΕΠ - επομένως μπορεί να μειώσει το έλλειμμα ισόποσα. β) Απ’ ό,τι φαίνεται το έλλειμμα το οποίο παρουσιάζει σήμερα υπόκειται σε δημιουργική λογιστική και μπορεί να το εμφανίσει μειωμένο τον επόμενο χρόνο. Και εξ αυτού γ) το σχέδιο σύλληψης της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, το οποίο όμως, όπως εκτιμούν όλες οι διεθνείς αναλύσεις, είναι υπεραισιόδοξο.
Το τρίτο στοιχείο είναι η λιτότητα. Πρέπει να συνυπολογιστούν οι συνέπειες μίας επερχόμενης λιτότητας επ’ αόριστον και των αποτελεσμάτων της ύφεσης. Για παράδειγμα, η Fitch υποβάθμισε την πιστωτική αξιολόγηση των καλυμμένων ομολόγων (τίτλων που βασίζονται σε δάνεια) ελληνικών τραπεζών, επειδή εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι οι πολιτικές λιτότητας που θα ασκηθούν θα προκαλέσουν περισσότερες επισφάλειες στις τράπεζες (θα αυξηθεί, μ’ άλλα λόγια, το ποσοστό των καθυστερήσεων πληρωμής ή αδυναμίας πληρωμής των δανείων). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πίεση στις τράπεζες ως προς την κεφαλαιϊκή τους επάρκεια και, άρα, χειροτέρευση των συνθηκών δανεισμού στις χρηματαγορές.

*Πρόκειται, αν κατάλαβα καλά, για έναν ιδιότυπο αυτοτραυματισμό του συστήματος;
-Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Οι πολιτικές που προτείνονται από τους διεθνείς οίκους και οργανισμούς, είναι μεν πολιτικές πτώχευσης των μισθωτών, των συνταξιούχων, της παραγωγής δημόσιων αγαθών κτλ. για να μπορούν οι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων (έλληνες και ξένοι, σε ένα ποσοστό από 30/70 έως 50/50) να λαμβάνουν κανονικά τις αποπληρωμές του χρέους. Αλλά, επίσης, είναι και πολιτικές που δεν εγγυώνται ότι δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα επιβάρυνση και των όρων δανεισμού και πιθανότητα αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους στο μέλλον.
Στη βάση αυτών των τριών παραγόντων, αλλά όχι μόνο - υπάρχουν, για παράδειγμα, και οι αυτόνομες ανάγκες του ελληνικού κεφαλαίου να παραχθούν, επιτέλους, αποτελέσματα, τα οποία δεν μπορούσε να τα πετύχει τα προηγούμενα χρόνια σε εργασιακά, δημόσιο, ασφαλιστικό, υγεία, παιδεία κ.λπ. - ανοίγει ένα χρονικό διάστημα όπου πρέπει να αναμένουμε και άλλα αντίστοιχα επεισόδια. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, εξάλλου, που μπορεί να επηρεάσουν, όπως πιστωτικά συμβάντα αλά Ντουμπάι, η παρατηρούμενη αύξηση των ελλειμμάτων και του ύψους του χρέους πέραν των κριτηρίων Μάαστριχτ σε όλα τα κράτη της ευρωζώνης, οι ρυθμοί εξόδου των κρατών από την κρίση κλπ.

*Μπορεί αυτή η πολιτική να μείνει αλώβητη από τα προβλήματα που δημιουργεί και τις αντιδράσεις που προκαλεί;
-Από μια άλλη οπτική, η πολιτική που διαμορφώνει η Ευρώπη, έκθεσης των κρατών σε κίνδυνο με στόχο την εθελούσια συμμόρφωση, συνιστά μια λεπτή ισορροπία η οποία ενδέχεται, σε συνάρτηση με τυχαία γεγονότα, να οδηγήσει σε αυτοτροφοδοτούμενες πεποιθήσεις και στοιχισμένες συμπεριφορές των ατομικών κεφαλαίων, έτσι ώστε, αν δεν διερευνήσουν την αντοχή της Ελλάδας, να διερευνήσουν την αντοχή άλλου κράτους. Θα μπορούσαμε, άραγε, να φανταστούμε την πλευρά του κεφαλαίου να υπάγεται εθελούσια ή όχι σε ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, που θα υπηρετεί τις ανάγκες των πολλών; Δύσκολο με τους σημερινούς συσχετισμούς δυνάμεων. Αλλά, όμως, αυτοί είναι που πρέπει να αλλάξουν.

* Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει πολιτική οικονομία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
ΕΠΟΧΗ,  Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009
http://www.epohi.gr/portal/component/content/article/15/4126